Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

ΜΑΙΟΣ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ.















Ο Μάιος ή Μάης (Καλομηνάς στα ποντιακά), είναι ο πέμπτος μήνας του έτους κατά τοΙουλιανό και Γρηγοριανό Hμερολόγιο και έχει 31 ημέρες. 

Στο αττικό ημερολόγιο ήταν ο ενδέκατος μήνας Θαργηλιών που αντιστοιχεί με το χρονικό διάστημα 23 Απριλίου-23 Μαΐου. 


Οι λατίνοι συγγραφείς τον εκφέρουν πάντα με τη λέξη «mensis» (μήνας) ή Kalendae (καλένδες).

Ο Μάιος στην ιστορία:
 



Κατά τον Πλούταρχο (Βίος Νουμά 19) η ονομασία του Μήνα (Maja) προήλθε από το όνομα της νύμφης Μαίας που ήταν η ομορφότερη από τις Πλειάδες τις επτά κόρες του Άτλαντα (Ατλαντίδες) και της Πλειόνης και μητέρα του θεού Ερμή στον οποίο ο μήνας αυτός ήταν αφιερωμένος. 


Από άλλους υποστηρίζεται ότι αυτό το όνομα είναι προσδιοριστικό πρεσβύτερης ηλικίας εκ του major (μεγαλύτερος): «Μαϊώρεις γαρ οι πρεσβύτεροι» (Πλούταρχος), ο δε Οβίδιος παράγει το όνομα του μήνα από το Majestas (Μεγαλειότης) που έχει αποδεχθεί και ο τεκτονισμός.






Στην αρχαία Ρώμη κατά τον μήνα Μάιο τελούνταν γιορτές προς τιμή της πηγαίας Νύμφης Ηγερίας, στο άλσος της, προς ανάμνηση των συμβουλών της, που παρέσχε στον Νουμά για τις θρησκευτικές αρχές που εισήγαγε στη Ρώμη. 
Κατά δε την 1η (Μπόνα Ντέα) και 2η Μαΐου συνεχιζόντουσαν τα από 28 Απριλίου αρχόμενα Φλοράλια, εορτές προς τιμή της θεάς της βλάστησης της Χλωρίδας (Flora). 




Επίσης κατά τον ίδιο μήνα οι Ρωμαίοι τελούσαν τα "Lemuria" Μειλίχια που ήταν εορτές προς ιλασμό των ψυχών των νεκρών. 
Στη τέχνη τον μήνα Μάιο οι Ρωμαίοι τον παρίσταναν με μορφή μεσήλικου άνδρα που έφερε πλατύ χιτώνα με μεγάλες περιχειρίδες (σαν το σημερινό ράσο) και έχοντας στη κεφαλή το κάνιστρο γεμάτο άνθη ενώ στα πόδια του υπήρχε ένα παγώνι (ταώς) με ανοιγμένα τα φτερά.

Ο Μάιος συνδέεται επίσης και με την όλη πορεία της Βασιλεύουσας πόλης του Μεγάλου Κωνσταντίνου του οποίου τη μνήμη γιορτάζουμε στις 21 του μήνα. Δέκα ημέρες νωρίτερα γιορτάζονται τα γενέθλια ή εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης κατά το έτος 330 μ.Χ., ενώ στις 29 η μνήμη μας γυρνάει πίσω στην Άλωσή της (1453). 



Τοιχογραφία σε αρχοντικό της Καστοριάς. 18ος αιών
Η απόφαση του Κωνσταντίνου να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη θέση του αρχαίου Βυζαντίουπάρθηκε το έτος 324. 
Σύμφωνα με την παράδοση ο ίδιος ο Κωνσταντίνος , κρατώντας ένα ακόντιο, χάραξε τα σύνορα της πόλης που φάνηκαν πολύ μεγάλα στους συμβούλους του. Έτσι τον ρώτησαν πόσο θα προχωρήσει ακόμη, κι εκείνος τους απάντησε: «Θα προχωρήσω μέχρις ότου σταματήσει αυτός που προχωρεί εμπρός μου».

Ο Μάιος στην Ελληνική λαογραφία

Ο λαός μας, συσχετίζοντας παρετυμολογικά το όνομα του Μαΐου με τα μάγια, τον θεωρεί μαγεμένο..
Ο μήνας των λουλουδιών και της βλάστησης.
Οι Αγραφιώτες τον ονομάζουν «χαλαζά» και οι Τήνιοι «βροχάρη». Οι Θρακιώτες ονομάζουν τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο «Τριαντάφυλλα», γιατί το κυριότερο από τα λουλούδια του Μάη είναι το τριαντάφυλλο. Στη Μακεδονία ονομάζεται «Κερασάρης», στον Πόντο «Καλομήνας», στην Κύπρο «Πεντεφάς ή Πενταδείλινος», γιατί εξαιτίας του μεγάλου μήκους των ημερών του, αναγκάζονται να τρώνε 5 φορές την ημέρα. Επίσης Πράσινος και Λούλουδος.

Τον Μάη απέφευγαν να κάνουν γάμους και σημαντικές εργασίες.

Μαγιάτικο στεφάνι ή μαγιοστέφανο
«Πιάνω το Μάη»

Μαγιάτικο στεφάνι: Το έθιμο που κρατά από την αρχαιότητα έως σήμερα [βίντεο]
Ο εορτασμός της Πρωτομαγιάς έχει να κάνει με την ανθρώπινη χαρά
για την άνοιξη, τη βλάστηση. Απότοκο των δοξασιών αυτών είναι
το μαγιάτικο στεφάνι στην πόρτα των σπιτιών από διάφορα άνθη και καρπούς.

Την πρώτη μέρα του Μάη, αναζητούμε στη Φύση την ομορφιά και τη δροσιά της Άνοιξης. Κόβουμε λουλούδια από τους αγρούς για να πλέξουμε πολύχρωμα στεφάνια που θα κρεμάσουμε στη συνέχεια στις πόρτες των σπιτιών.

Το έθιμο της Πρωτομαγιάς να στολίζουμε τις πόρτες των σπιτιών με στεφάνια λουλουδιών έρχεται από τα πολύ παλιά χρόνια και τότε συμβόλιζε την υποδοχή της δύναμης της φύσης στο σπιτικό.
Οι ρίζες του συγκεκριμένου εθίμου εντοπίζονται στην αρχαιότητα. Στην ιερή πομπή των Ανθεστηρίων, οι Αθηναίοι βάδιζαν προς τον Παρθενώνα κρατώντας καλάθια με λουλούδια. Αλλά και στα Θαργήλια – τη γιορτή για τον Θαργηλίωνα, τον αντίστοιχο μήνα του Μαΐου- γιορτάζονταν η επιστροφή της Περσεφόνης από τον Άδη, με τους ανθρώπους επίσης να κρατούν κλαδιά με καρπούς, που θεωρούνται ρίζα του σημερινού εθίμου.


Στα μέρη της Μικράς Ασίας σε κάθε στεφάνι έβαζαν, εκτός από λουλούδια,
ένα σκόρδο για τη βασκανία, ένα αγκάθι για τον εχθρό κι ένα στάχυ για την καλή σοδειά.

Το μαγιάτικο στεφάνι στόλιζε τις πόρτες των σπιτιών
ως του Αϊ - Γιαννιού του Θεριστή και τότε το καίγανε στις φωτιές του αγίου.

Το μαγιοστέφανο, φτιάχνεται από εφτά ειδών λουλούδια και έχει δύναμη μαγική-αποτροπιαστική. Σε κάθε στεφάνι βάζουν σκόρδο για τη βασκανία, αγκάθι για τον εχθρό, στάχυ για να φέρει ευφορία.

Για να πιάσουν οι ευχές που έκαναν οι νοικοκυρές παλιότερα, το μαγιάτικο στεφάνι έπρεπε να γίνεται από συγκεκριμένα λουλούδια:

Ανθισμένο σπίτι: Tραντάφυλλα, γαρούφαλα, βιόλες, πασκαλιές (λιλά), γεράνια.

Ευτυχία του σπιτιού: Kλωνάρια ανθισμένα από αγιόκλημα και από ελιά.

Γεμάτο σπίτι: Στάχια και λουλούδια του κάμπου, όπως μαργαρίτες, παπαρούνες.

Για τη γλωσσοφαγιά: Μια κουκκιά (φυτό) με τις ρίζες και τους καρπούς της.

Για την αγάπη των κοριτσιών του σπιτιού: Eνα κλωνάρι λιγαριά.

Για το μάτι: Eνα κεφάλι σκόρδο, κρεμασμένο στη μέση στο στεφάνι για να φαίνεται.


Στα Δωδεκάνησα , μαζεύουν ένα λουλούδι που το λένε "ανοιχτομάτη" και
πιστεύουν πως όποιος το έχει είναι πάντα γερός και τυχερός.

Μια δοξασία σχετική με το Μάη αναφέρεται στο πρωινό νερό και
την πρωινή του δροσιά που έχει εξαγνιστική και ανανεωτική δύναμη.



ΚΟΥΚΚΟΥΜΑΣ (Σύμη, 2/5). 

Στα πολύ παλιά χρόνια ο κουκκουμάς γινόταν σ' όλες τις γειτονιές, για να δουν οι κοπέλες (οι κόρες όπως τις αποκαλούν εκεί) αυτόν που θα παντρευτούν. Αποβραδίς (1/5), μια κοπελιά, που ζούσαν οι γονείς της έπαιρνε το «αμίλητο νερό» από 7 σπίτια, σ’ ένα δοχείο, που λεγόταν κουκκουμάρι, (απαραίτητο ήταν και στα 7 σπίτια, τη νοικοκυρά να την έλεγαν Ειρήνη). 
Έριχναν ύστερα όλες οι κοπέλες, στο κουκκουμάρι με το «αμίλητο νερό», τα δαχτυλίδια τους, το σκέπαζαν με κόκκινο πανί, το έδεναν με κόκκινη κορδέλα, έβαζαν από πάνω ένα κλειδί και έβγαζαν το κουκκουμάρι στο δώμα για να το δουν τ’ άστρα.
Την επόμενη, 2/5, μετά τη θεία λειτουργία, οι κοπελιές ετοίμαζαν φαγητά (συνήθως γιαπράκια, ντολμάδες δηλαδή) και γλυκά, καθώς και μια πίτα, με μπόλικο αλάτι και «αμίλητο νερό». 
Την πίτα την ετοίμαζαν ανάποδα. Με τα χέρια δηλ. πίσω θα κοσκίνιζαν το αλεύρι, θα ζύμωναν, θα φούρνιζαν και θα ξεφούρνιζαν την πίτα.
Μετά το φαγητό έβαζαν στη μέση ένα μεγάλο ταψί και μέσα σ’ αυτό το κουκκουμάρι, αφού το ξεσκέπαζαν και του έβαζαν βασιλικό και άλλα μυρωδικά φυτά, έπαιρναν όλες θέση γύρω του κι άρχιζαν να τραγουδούν σε επίσημη βυζαντινή μελωδία, χτυπώντας τα χέρια τους στο σινί:

Να βγάλουμε τον κουκκουμά, να ‘βγει η χαριτωμένη
να ‘βγει της Παναγιάς ο γιος και της κυράς η κόρη.
Να βγάλουμε τον κουκκουμά.
Στη μια του Μα, στις δυο του Μα, τον κουκκουμά να βγάλω
κι αν είναι καλορίζικος, τον αγαπώ θα πάρω.
Αϊ Θανάση αφέντη μου έβγα απ’ το θρανί σου
να δεις χαρές που γίνονται έξω απ’ το πλατύ σου.
Να βγάλουμε τον κουκκουμά.
Γύρω τριγύρω στο σινί, πέρδικες πλουμισμένες
και του καιρού χαρούμενες και καλοπαντρεμένες…

Το τραγούδι συναρπαστικό, κρατούσε πολλή ώρα. Έπειτα έβγαζαν το βασιλικό κι ένα ανήλικο κορίτσι, με τους γονείς της ζωντανούς, έπαιρνε ένα-ένα τα δαχτυλίδια από το κουκκουμάρι, λέγοντας ταυτόχρονα ένα ανδρικό όνομα.
Στη συνέχεια έτρωγαν την αλμυρή πίτα κι άρχιζαν το χορό, με συνοδεία λύρας και λαγούτου.
Κορίτσια τραγουδήστε και ρίξτε ένα γρόσι
να κάνουμε του λυριστή μαλαματένια στρώση…
Το βράδυ οι κοπελιές, μετά τον πολύ χορό και την αλμυρή πίτα, ήταν σίγουρο ότι θα δίψαγαν. 
Θα έβλεπαν στον ύπνο τους ότι πήγαν σε κάποιο σπίτι να πιουν νερό.
 Αν το σπίτι, που στ’ όνειρό της έβλεπε η κάθε κοπελιά, πως πήγε να πιει νερό, έχει γιο ανύπαντρο, με το όνομα που της φώναξαν, βγάζοντας το δαχτυλίσι της από το κουκκουμάρι, θεωρείτο «σίγουρο» πως αυτόν θα έπαιρνε για άντρα της.


ΤΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ.






Πολυσυζητημένο έθιμο, που τελείται με μεγάλη δημοσιότητα, κατά το τριήμερο 21-23 Μάη, προς τιμήν των αγίων Κων/νου & Ελένης. 

Αποτελούν μία από τις πιο χαρακτηριστικές και ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις της λαϊκής λατρείας με μορφή δρώμενου. Παλαιότερα γινόταν σε μικρή περιοχή της επαρχίας Σωζοαγαθουπόλεως της Β.Α. Θράκης. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, βάσει της συνθήκης της Λοζάννης, το έθιμο μεταφυτεύθηκε και ρίζωσε στη Μακεδονία. 
Στο τελετουργικό μέρος τους περιλαμβάνονται εκστατικοί χοροί, πομπικές περιφορές εικονισμάτων, αρχαιότροπη θυσία ζώου, χρήση αγιάσματος και εντυπωσιακή πυροβασία (περπάτημα πάνω σε αναμμένα κάρβουνα) των τελεστών Αναστενάρηδων, από την οποία κυρίως είναι γνωστό το δρώμενο. 

Τα όργανα, λύρα και νταούλι, παίζουν σ’ όλες τις φάσεις της τελετουργίας, στη διάρκεια της οποίας ακούγονται και ειδικά τραγούδια.
Ένα από τα γνωστότερα έθιμα του Ν. Σερρών, που έγινε αντικείμενο έρευνας και μελέτης, τόσο των ελλήνων, όσο και των ξένων ερευνητών.
Τα αναστενάρια, μεταφυτευμένα από τους πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης στη Βόρεια Ελλάδα, τελούνται σε τέσσερα σημεία της χώρας αυτής, όπου είναι εγκατεστημένοι οι αναστενάρηδες. Τα μέρη αυτά είναι ο Λαγκαδάς, η Μελίκη Βέροιας, η Μαυρολεύκη Δράμας και η Αγία Ελένη Σερρών.
Το έθιμο αυτό έχει την αρχή του στην αρχαιότητα, που οπωσδήποτε αποτελεί συνέχεια λατρευτικών τελετών, προς τιμή του θεού Διόνυσου. 

Αυτό προκύπτει από την ομοιότητα των εθίμων που γινόταν τότε, αλλά και εξακολουθούν να γίνονται και τώρα, όπως η θυσία του ταύρου, η χρησιμοποίηση του ιαματικού νερού, των αγιασμάτων, ο χορός, τα όργανα, η φωτιά.

Οι αναστενάρηδες, έχουν ως ανώτατο αρχηγό τους το "αναστενάρικο εικόνισμα του Αγίου" και ανώτατο ιεράρχη τους, τον Αρχιαναστενάρη.

Οι εικόνες που κουβαλούν οι αναστενάρηδες μαζί τους, είναι οι λεγόμενες "χάρες" και παριστάνουν το ιερό ζεύγος των Αγίων και οι οποίες τους δίνουν την ικανότητα να βαδίζουν στη φωτιά.
Παρατηρώντας τον χορό των αναστενάρηδων, σ’ όλη τη διάρκεια του εθίμου, έκρινα σωστό να ταξινομηθεί σε τρεις φάσεις: α) πριν την πυροβασία β) κατά το ξεκίνημα και γ) κατά την επιστροφή από την πυροβασία.
α) ο χορός πριν την πυροβασία.
Ο χορός αρχίζει μέσα στο κονάκι, (δηλ. τα σπίτια των αρχιαναστενάρηδων, όπου φυλάσσονται οι εικόνες των Αγίων), όπου τελείται η αγρυπνία και γενικώς η προετοιμασία των μυστών για την οιστροπληξία. Αυτή κορυφώνεται στις 21 Μαΐου και παρέχει τη δυνατότητα της πυροβασίας, καθώς επίσης, εξασφαλίζει στους πιστούς την ακαΐα. Ο χορός αρχίζει συγκεκριμένα, από τότε που οι "χάρες" εγκαλούν τον αναστενάρη. Όταν λένε ότι "η εικόνα εγκαλεί τον καθαρό άνθρωπο", εννοούν ότι ο προσκαλεσμένος αισθάνεται μέσα του την ανάγκη να χορέψει αδίστακτα και αφοσιωμένα, μαζί με τις "χάρες". 





Αφού, λοιπόν, συμβούν όλα αυτά, οι αναστενάρηδες αρχίζουν τον χορό. Κάνουν βήματα μπροστά (τροχαίους και ιάμβους) και γυρίζουν όμοια πίσω, χτυπώντας τα πόδια ρυθμικά, πότε ελαφρά, πότε βαριά, υψώνουν τα χέρια δεκτικά, τα συμπλέκουν πάνω από το κεφάλι, τα φέρνουν πλάγια, σκύβουν γυρτά προς το ένα μέρος.
Τέλος, κάποτε, παύει ο χορός. Τότε, σταυροκοπιούνται, κάνουν μετάνοιες, θυμιατίζουν και αποσύρονται σε μία γωνιά σιωπηλοί.
Τα όργανα παίζουν όλη αυτή την ώρα της αγωνίας τους και οι παρόντες τραγουδούν.
Στα αναστενάρια, οι οργανοπαίκτες είναι η μεγάλη δύναμη, που οδηγεί τους χορευτές στο ρυθμό και τους συγκλονίζει και τους οιστρηλατεί. Κι αυτοί οι ίδιοι είναι μυημένοι, παίζουν τα όργανα τους με πάθος, συγκλονίζονται οι ίδιοι, συμπάσχουν, σκύβουν, υψώνουν το κεφάλι με τα μάτια ψηλά, καμπουριάζουν και με τα πόδια κρατούν το ρυθμό, χωρίς κανένα παραπάτημα.
Τα όργανα τους είναι η γκάιντα, η λύρα, το νταούλι και το καβάλι, που σήμερα δεν υπάρχει.
β) ο χορός κατά το ξεκίνημα και την πυροβασία
Η πομπή ξεκινά από το κονάκι. 
Έξω, στον αυλόγυρο του κονακιού, σχηματίζεται ο κυκλικός χορός.
Ενώ τα όργανα παίζουν και το βήμα ρυθμίζεται από την έρρυθμη μουσική, βγαίνουν χορεύοντας οι αναστενάρηδες, προηγουμένου του αρχιαναστενάρη, κατευθυνόμενοι από το κονάκι προς το αλάνι. 
Εκεί τα όργανα παίρνουν θέση γύρω από τη φωτιά.
Αφού οι αναστενάρηδες χορεύοντας καλύψουν τρεις γύρους γύρω από τη θρακιά, ξεκινούν την πυροβασία. 

Ο χορός κατά την πυροβασία είναι σε ρυθμό 2/4 και οργιώδης, χαρακτηριζόμενος από πολλά γρήγορα πηδήματα, με μικρά βήματα και περιστροφές. Ο χορός τους διαρκεί γύρω στις δύο με τρεις ώρες, ώσπου δηλαδή, να σβήσουν τη φωτιά.
γ) ο χορός κατά την επιστροφή από την πυροβασία
Η επιστροφή γίνεται και πάλι πομπική. Οι αναστενάρηδες χορεύουν, έως ότου όλη η πομπή φθάσει στο κονάκι. Μετά την εναπόθεση των εικόνων στο εικονοστάσιο, ξαναρχίζει ο χορός, όταν οι αναστενάρηδες με όλη τους την ψυχή, εκτελούν τον προτελευταίο του χορό.
Τέλος, ο αρχιαναστενάρης μαζί με τα όργανα, βγαίνει χωρίς τις εικόνες στον αυλόγυρο. Εκεί στήνεται ο ύστατος χορός. Τα όργανα και ο ρυθμός ανάβουν. Στον κυκλικό αυτό χορό προηγείται ο αρχιαναστενάρης και ακολουθεί ο μεγάλος κύκλος του λαϊκού χορού, που πηδούν ρυθμικά. Συμπληρώνοντας τους τρεις γύρους, ο αρχιαναστενάρης λύνει τον κύκλο και κάνει την απόλυση.
Θεωρώντας την πλήρη περιγραφή της διεξαγωγής της τελετής, όπως αυτή παρουσιάζεται ανά τον κόσμο, μη άμεσου ενδιαφέροντος, θα αρκεσθούμε να καταγράψουμε αυτήν, όπως διεξάγεται στον ελλαδικό χώρο.



Η προετοιμασία, λοιπόν, αρχίζει από τις 27 Οκτωβρίου, όταν αρχίζουν να μαζεύουν τα χρήματα "δι' αγερμών", ποσό με εράνους δηλαδή, για να αγορασθεί το ζώο, που θα θυσιαστεί την 21η Μαΐου. Η 27η Οκτωβρίου στην αρχαιότητα, ήταν "των μυστηρίων ημέρα πρώτη". Την 18η Ιανουαρίου αγοράζεται το λεγόμενο ¨μπικάδι" ή "μπουγά" ή "κουρμπάνι", δηλαδή το ζώο για τη σφαγή. Το ζώο, ακολουθώντας την παράδοση, πρέπει να είναι ενός, τριών ή πέντε χρονών, δηλαδή με μονά έτη ηλικίας και ακόμη να είναι άζευκτο.
Η κυρίως τελετή ξεκινά με την προετοιμασία των αναστενάρηδων, κατά την παραμονή της 21ης Μαΐου. Αναστενάρης μπορεί να γίνει οποιασδήποτε ηλικίας άτομο, αρσενικού ή θηλυκού γένους. Όλοι μαζεύονται στο "κονάκι" του αρχιαναστενάρη, όπου ακολουθείται κατά γράμμα η ίδια διαδικασία κάθε χρόνο, όπως άλλωστε και σ' όλη την τελετή. Το κονάκι έχει διαμορφωθεί κατάλληλα για να υποδεχθεί τους φιλοξενούμενους, έχει στολισθεί, ενώ ιδιαίτερα έχει στολισθεί η εικόνα του Αγίου Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης με αφιερώματα, μαντηλάκια, κορδέλες κ.α. Επίσης, τοποθετούνται σε σχήμα σταυρού μερικά κεριά.
Η ψυχική προπαρασκευή για τη σωστή διεξαγωγή της τελετής της απώτερης ημέρας είναι ο απώτερος σκοπός αυτής της συγκέντρωσης. Αυτό φαίνεται να επιτυγχάνεται με την αυτοσυγκέντρωση που επιχειρείται, με τους εκκλησιαστικούς ψαλμούς και ύμνους, αλλά και με τα διάφορα θυμιατίσματα από λιβάνι, το οποίο δημιουργεί μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα.
Ακόμη, το ασταμάτητο και εκνευριστικό - για τους αμύητους - παίξιμο του νταουλιού, της τρίχορδης θρακικής λύρας και της γκάιντας επιτείνει την προετοιμασία του οίστρου και αποτελεί το "εξοργίζον τη ψυχή μέλος, το μανίας επαγωγόν", κατά τον Αισχύλο. Ο χορός ξεκινά και συνεχίζεται μέσα στην ήδη βαριά διαμορφωμένη ατμόσφαιρα, όπως περιγράφεται παραπάνω.
Το πρωί της 21ης Μαΐου, μετά τον εκκλησιασμό, σφάζεται το ιερό ζώο σε ειδική τελετή και αφού τεμαχισθεί μοιράζεται στους αναστενάρηδες. Μετά τη σφαγή ακολουθεί χορός και προσκύνημα των εικόνων έξω από το κονάκι του αρχιαναστενάρη, με τη συνοδεία των οργάνων, καθώς και η πομπή, που επισκέπτεται διάφορα κονάκια. Αυτό συνεχίζεται μέχρι το μεσημέρι, οπότε ακολουθεί ξεκούραση.
Θα είναι γύρω στις πέντε το απόγευμα της 21ης Μαΐου, όταν ο χώρος της πυροβασίας θα αρχίσει να ετοιμάζεται. Η φωτιά ανάβει από το άγιο φως που καίει ασταμάτητα όλο το χρόνο μπροστά στα εικονίσματα των Αγίων. Μετά από μία περίπου ώρα, σχηματίζεται η δέουσα ανθρακιά διαμέτρου τριών έως τεσσάρων μέτρων και πάχους οκτώ έως δέκα εκατοστών. Από το σπίτι του αρχιαναστενάρη ξεκινά η πομπή, που αποτελείται από τους οργανοπαίκτες, παιδιά με λαμπάδες και τους αναστενάρηδες με το χορευτικό βηματισμό τους. Φθάνοντας στη φωτιά, οι αναστενάρηδες κάνουν έναν κύκλο γύρω από τη φωτιά χορεύοντας και ύστερα αρχίζουν να μπαίνουν στην ανθρακιά πατώντας αρχικά τα μικρά καρβουνάκια γύρω-γύρω, σα να θέλουν να δοκιμάσουν την ακαϊα τους. Με επικεφαλή τον αρχιαναστενάρη, υψώνουν τα εικονίσματα και διασχίζουν σταυρωτά το αλώνι με τα κάρβουνα. Κατόπιν, ο καθένας τους μάλλον αυτοσχεδιάζει, αφού δεν ακολουθείται κάποια συγκεκριμένη πορεία. Κατά τη διάρκεια της πυροβασίας, οι συμμετέχοντες αναστενάζουν λέγοντας "ιχ-ιχ, αχ-αχ, εχ-εχ, οχ-οχ" ή "άντε-άντε" ή σφυρίζοντας "σσσσσ". Τα παραπάνω υποστηρίζεται, πως αποτελούν απομεινάρι του επιφωνήματος "'Ίακχε-Βάκχε", που στην αρχαιότητα ήταν το μυστηριακό όνομα του Διόνυσου.
Τα γρήγορα χορευτικά βήματα πάνω στη θράκα, από τη μία όχθη ως στην άλλη, δεν είναι παραπάνω από 5-8 περίπου, κάθε φορά. Η θερμοκρασία της θράκας ανέρχεται σε 220 βαθμούς Κελσίου και φθάνει μέχρι τους 450. Παρατηρήσεις απέδειξαν πως η διάρκεια επαφής του γυμνού πέλματος κάθε φορά με τη φωτιά είναι 0,30 ως 0,50 δευτερόλεπτα.
Παρ' όλα αυτά, σύμφωνα με τη μαρτυρία του γιατρού Ε. Ευαγγελίου, στις 21 Ιουλίου 1963, ομάδα νεαρών προέβησαν σε πυροβασία, χωρίς να ακολουθήσουν την καθιερωμένη τελετουργική διαδικασία και χωρίς να υπάρχουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της τελετής (θυσία ζώου, μουσική, τραγούδια, χορός, έκσταση κ.λ.π.

Την πυροβασία την συναντουμε και στην αρχαια Ελλάδα:

ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ Η ΑΡΧΑΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΗ ΕΟΡΤΗ;;;










Που έχει τις ρίζες του το δρώμενο και ποια η πορεία του μέσα στο χρόνο;

Στις μέρες μας το δρώμενο έχει ενσωματώσει πολλά εμφανή χριστιανικά στοιχεία και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως εκχριστιανισμένο. Η συστηματική μελέτη όμως αποδεικνύει ότι τα χριστιανικά στοιχεία είναι περισσότερο επιφανειακά και λιγότερο ουσιαστικά. Έτσι στη συντριπτική τους πλειοψηφία Έλληνες και ξένοι ερευνητές συμφωνούν ότι το δρώμενο έχει τις ρίζες του στην απώτατη αρχαιότητα και σχετίζεται με την Διονυσιακή λατρεία.

 Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι «τό πῦρ καθαίρει καί τό ὕδωρ ἁγνίζει», ενώ ο Ευριπίδης στις Βάκχες γράφει για τις Μαινάδες «ἐπὶ δὲ βοστρύχοις πῦρ ἔφερον, οὐδ᾽ ἔκαιεν». Φαίνεται από τις πηγές ότι κατά την αρχαιότητα η Πυροβασία ετελείτο σε πολλές περιοχές του ευρύτερου Ελλαδικού χώρου, όπως στη Μεσσηνία, στη Βοιωτία, σε περιοχές της Μακεδονίας και Θράκης, στην Κάτω Ιταλία, στην Μικρά Ασία και αλλού. 
Ο Στράβων αναφέρει ότι στην πόλη Καστάβαλα της Μικράς Ασίας υπήρχε το ιερό της Περασίας Αρτέμιδος «ὅπου φασὶ τὰς ἱερείας γυμνοῖς τοῖς ποσὶ δι’ ἀνθρακιᾶς βαδίζειν ἀπαθεῖς»

Την Διονυσιακή προέλευση του εθίμου πιστοποιεί και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία σε έγγραφο με αριθμό Πρωτοκόλλου 1531 / 26-6-1947, προς τον τότε Μητροπολίτη Σερρών και Νιγρίτης αναφέρει μεταξύ των άλλων: «Συνοδική διαγνώμη, γνωρίζομεν υμίν ότι το εν λόγω έθιμον ως ειδωλολατρικόν και αναγόμενον εις τας οργιαστικάς εορτάς του Διονύσου, δέον να καταργηθεί χρησιμοποιουμένων όλων των πνευματικών μέσων, των υπό της Εκκλησίας διατειθεμένων». Σημαντική πηγή πληροφοριών σε σχέση με τα τελετουργικά στοιχεία και την προέλευση του εθίμου δίνει και μελέτη του Α. Χουρμουζιάδη, η οποία έγινε για λογαριασμό του Πατριαρχείου Κων/πόλεως το 1873 με τίτλο «Περί των Αναστεναρίων και άλλων τινών παραδόξων εθίμων και προλήψεων». Η μελέτη αυτή είναι ψηφιοποιημένη και μπορεί εύκολα να αναζητηθεί στο διαδίκτυο.



Δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία ή ενδείξεις για το πότε ακριβώς έγινε η σύνδεση με την γιορτή των Αγίων Κων/νου και Ελένης. Θα πρέπει όμως να σχετίζεται με τις διώξεις εναντίον των Ελλήνων, τις σφαγές Ελλήνων Εθνικών (π.χ. στον Ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης, στη Σαμοθράκη κ.α.), τις καταστροφές αγαλμάτων και Ναών, τις πυρπολήσεις βιβλιοθηκών κλπ.

Κατά πάσα πιθανότητα υπήρξε κάτι σαν «ιστορικός συμβιβασμός». Οι αναστενάρηδες υιοθέτησαν χριστιανικά στοιχεία στο τελετουργικό, ενώ η τότε εκκλησία χωρίς ποτέ να αποδεχθεί και να ενσωματώσει το έθιμο, έδειξε «ανοχή» και δεν άσκησε βία, όπως συνήθως έκανε σε ανάλογες περιπτώσεις. 



«ΠΙΠΕΡΟΥΓΓΑ» (Θράκης):
Άλλη μια πολιτιστικοθρεσκευτική εκδήλωση. Αυτή γινόταν την άνοιξη, Μάιο με Ιούνιο. Όχι, βέβαια, κάθε χρόνο. 
Είχε την ιδιαιτερότητα, να γίνεται στα χρόνια της λειψυδρίας και πάντα την άνοιξη.
 Με την ανομβρία τα σπαρτά δεν αναπτυσσόταν, κιτρίνιζαν. 
Το αποτέλεσμα σε αυτές τις περιπτώσεις: δε θέριζαν. Και αν θέριζαν, η παραγωγή ήταν πάρα πολύ μειωμένη. Σαν αποτέλεσμα, βέβαιος λιμός. 
Κάτω, λοιπόν, από αυτήν την απειλή προέβηκαν σε ενέργειες, όπως οι λιτανείες με παπάδες στα μοναστήρια τους, θεωρούμενα δικά τους.
Μαζευόταν όλοι χωριανοί την ημέρα που οριζόταν. 
Πάντα Κυριακή γινόταν λειτουργία. Έσφαζαν ζώα, λεγόμενη θυσία προς το Θεό να βρέξει. Χορός, τραγούδια κτλ. Εάν μετά τη λιτανεία και σε διάστημα μιας εβδομάδας τυχόν έβρεχε, ήταν, βέβαια, χάρη στη λιτανεία προς το Θεό τους. Λυπήθηκε και έβρεξε. Στην αντίθετη περίπτωση δεν έβρεχε.
Τότε εκφραζόταν διαφορετικά, λέγοντας ότι ο κόσμος έχει αμαρτάνει τόσο που ούτε ο θεός δεν μπορεί να τους συγχωρέσει. Και γι' αυτό δε βρέχει. Και αποδίδουν την ευθύνη στον εαυτό τους. 
Τότε, ο τελευταίος τρόπος ήταν να κάνουν Πιπερούγγα.
 Ήταν και αυτή δέηση προς το Θεό. Την προσεχή Κυριακή οριζόταν. Η πρωτοβουλία σε αυτήν την πράξη άνηκε εκατό τοις εκατό στις γυναίκες. Καμιά συμμετοχή από άνδρες. 
Την ημέρα που οριζόταν να γίνει η Πιπερούγγα, έβγαιναν έξω από το χωριό. Μάζευαν αγριολούλουδα, ειδικά αυτά που φύτρωναν μέσα στα τσαλιά, λεγόμενες κοκομίξεις. Έχουν φύλλα στενόμακρα και τον ανθό τους τον βγάζουν στη μέση, μια υψηλή φούντα.
 Κουκομίξεις έχουν το ιδίωμα να κρατούν το νερό.
Στην πιπερούγγα το ρόλο τον παίζει ένα κοριτσάκι, έως δέκα χρονών το πολύ, και αποκλειστικά να είναι ορφανό από μάνα και πατέρα, να έχουν πεθάνει.
 Το κοριτσάκι αυτό το ντύνανε, όλο το σώμα του, με φύλλα κοκομίξας, διότι έχει το ιδίωμα να αποβάλλει το νερό. Τα φύλλα της κοκομίξας εφαρμοζόταν με τέτοιον τρόπο επάνω στο σώμα του μικρού κοριτσιού, πάντα σαν σωστή φορεσιά.
Περνούσαν ένα - ένα φύλλο σε γερή κλωστή, σε αρμάθες, όπως περνούν τον καπνό. Κάθε αρμάθα κανονιζόταν ίσια που να φέρει έναν κύκλο το σώμα του κοριτσιού. Αρχινούσε το ντύσιμο από το λαιμό κυκλικά και έφτανε έως το γόνατο. Και στο κεφάλι του πάλι με το ίδιο υλικό γινόταν μαντίλα. Όταν ολοκληρωνόταν το ντύσιμο, το κοριτσάκι φάνταζε σαν Σαρακατσάνα από τα νύχια έως την κορυφή.
Αφού τελειώνει το λεγόμενο ντύσιμο, η συμμετοχή ήταν μεγάλη, σχεδόν από όλες τις γυναίκες του χωριού. Και προτού ξεκινήσουν το παίξιμο σπίτι - σπίτι, γινόταν η απαιτούμενη πρόβα με τη διαπίστωση εάν όλα έχον γίνει σωστά.
Μεγαλύτερη προσοχή δίνανε στις κινήσεις του κοριτσιού, αφού αυτό είναι πρωταγωνιστής του θιάσου. Άρχιζαν να τραγουδούν τους εξής στίχους, όπως:
"Πιπερούγγα περπατεί για να βρέξει μια βροχή. Για τα στάρια, για τα κθάρια, για του Θεού το μπερεκέτι".
Αυτός ήταν ο μοναδικός στίχος και επαναλαμβανόταν συνέχεια. Αυτό συνεχιζόταν και στην πορεία, πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι. Η κίνηση της Πιπερούγγας περιοριζόταν στη μοναδική κίνηση με το στίχο.
Περνούσε γύρω - γύρω, χωρίς βήματα και στη θέση θυμιατών. Και όπως γύριζε με το ρυθμό του, με το προσωπάκι του αντίκριζε τους πάντες, με τα ορθάνοιχτα πονεμένα ματάκια του σαν να θέλει να αντικρίσει τη μανούλα του που έχει πεθάνει. Το κοριτσάκι αυτό είναι τη στιγμή τόσο επιφορτισμένο με τα συναισθήματα της ορφάνιας, που από την αρχή του παιξίματος συνέχεια τα δάκρυα από τα ματάκια του τρέχουν.
Δε φτάνουν όλα αυτά στο κοριτσάκι και κατά τη διάρκεια του παιξίματος η κάθε νοικοκυρά ρίχνει νερό επάνω στο σώμα του, λέγοντας: "Βρέξι, θεέ μου, βρέξι". Η νοοτροπία ήταν, όσο πιο πολύ νερό ρίξει στο σώμα του κοριτσιού, τόσο πολύ θα βρέξει και ο Θεός, έχοντας την αυταπάτη ότι το κοριτσάκι δε βρέχεται, το προστατεύουν οι κοκομίξεις (για αδιάβροχα δε μιλάμε, για την εποχή είναι άγνωστα). Πάντως, το νερό περνούσε όλο στο σώμα του κοριτσιού. Ψυχή και σώμα βρεγμένα.
Σκέψη να γίνει Πιπερούγγα κοριτσάκι να έχει γονείς και να ζει φυσιολογική ζωή δε γίνεται. Με το σκεπτικό, ότι δε θα το λυπηθεί ο Θεός να βρέξει.
Σε αυτήν την περίπτωση για πληρωμή δε δίνουν σιτάρι. Δίνουν αλεύρι, λάδι, τυρί και αυγά. Αφού τελειώσουν, όλο το χωριό, πηγαίνουν σε σπίτι, βάζουν στεγνά ρούχα στην Πιπερούγγα και με τα υλικά που έχουν μαζέψει έφτιαχναν πίτες και τις έψηναν σε ένα φούρνο. Μαζεύονται όλες οι γυναίκες, τραγουδούν τραγούδια της Άνοιξης, οπότε τερματίζεται και αυτή η δέηση προς το θεό για βροχή.



ΚΟΥΚΛΑ ΤΟΥ «ΖΑΦΕΙΡΗ»
«ΖΑΦΕΙΡΗΣ» (Ζαγόρι Ηπείρου). Ένα παιχνίδι που βρισκόταν στο μεταίχμιο με τη μαγεία. Το έπαιζαν τα κορίτσια την Πρωτομαγιά, αλλά κι όλες τις Κυριακές του Μάη. Ένα παιδί προσποιούταν ότι πέθανε και τότε τα κορίτσια το στόλιζαν με άνθη και πράσινα κλαδιά, μοιρολογώντας το. Ξαφνικά όμως ο «Ζαφείρης» σηκωνόταν και το παιχνίδι συνεχιζόταν πάνω στα καταπράσινα χωράφια. Τον «Ζαφείρη» τον παριστούσαν επίσης με μια κούκλα, ένα σταυρόσχημο ξύλινο σκελετό, ντυμένο με πολύχρωμα ρούχα. Πίστευαν ότι μ’ αυτό το παιχνίδι «πρόκοβαν τα χωράφια».
«ΦΟΥΣΚΟΔΕΝΤΡΙ»
(Καστανιά Στυμφαλίας). Όμοιο παιχνίδι με τον «Ζαφείρη».
«ΟΙ ΜΑΗΔΕΣ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ»
(Μακρυνίτσα). Δρώμενο, κατά το οποίο περιφέρουν έναν νέο, το Μαγιόπουλο, στολισμένο με λουλούδια και φύλλα, συνοδευόμενο από προσωπιδοφόρους, στους δρόμους των χωριών και κάνουν αναπαράσταση γάμου, θανάτου του γαμπρού και ανάστασής του, με μαγιάτικα τραγούδια.



«ΟΙ ΚΟΥΝΙΕΣ»
(Νάξος). Τα παλαιότερα χρόνια συνηθιζόταν σε κάποιες γιορτές της Άνοιξης και κυρίως της Λαμπρής. 
Πρόκειται για ένα ψυχαγωγικό παιχνίδι και αγώνισμα μαζί, το οποίο τελούνταν όμως με τελετουργικό τρόπο και είχε μαγικό χαρακτήρα.
Κατά κανόνα οι κούνιες γίνονταν στην εξοχή, αλλά και μέσα στο χωριό.
 Από τα ψηλά χοντρόκλαρα των δέντρων, κρεμούσαν σκοινιά και συνήθως κάθονταν πάνω τους -με μαξιλάρι ή σανίδα- κοπέλες. Τα παλικάρια τις πλησίαζαν και τις κουνούσαν, λέγοντάς τους δίστιχα, έμμεση εκδήλωση της αγάπης τους, που εκείνες δεν ντρέπονταν να ανταποδώσουν.
Οι κούνιες, η τελετουργική αιώρηση στο πλαίσιο αγροτικών γιορτών, είναι συνήθεια διαδεδομένη σε πολλούς πολιτισμούς από αρχαιότατους χρόνους. Γνωστή μας είναι η «Αιώρα» των κοριτσιών κατά τα αθηναϊκά Ανθεστήρια στις αρχές της άνοιξης. Ο λαός μας πιστεύει ότι με την τέλεση του εθίμου αυτού θα εξασφαλίσει την υγεία, την ευκαρπία και την ευφορία. 
Το δέντρο σύγκορμο θα κουνήσει τη γη κι εκείνη θα ακούσει και θα δώσει στον λικνιζόμενο ό,τι ζητήσει… Ίσως ακόμα και με το λίκνισμα της κούνιας θα προκληθούν και ευεργετικοί για τη γεωργία άνεμοι…
Εκτός όμως από το μαγικοθρησκευτικό περιεχόμενο, οι κούνιες έδιναν μια από τις σπάνιες ευκαιρίες στις κοπέλες και τα παλικάρια του χωριού να ιδωθούν από κοντά, να κάνουν τις γαμήλιες επιλογές τους, να εκφράσουν αμοιβαία, μέσα από τα τραγούδια, τις προτιμήσεις και τα αισθήματά τους.



ΓΙΟΡΤΕΣ:
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ (1/5). Γιορταστική απεργία των εργαζομένων. Η Πρωτομαγιά ως ημέρα εργατικών εορτασμών καθιερώθηκε στις Η.Π.Α.
Την 1η Μαΐου του 1886, 400.000 εργαζόμενοι σε διάφορες πόλεις, συγκεντρώθηκαν ζητώντας την επιβολή οκτάωρου.
Στα ναυπηγεία της ΣΥΡΟΥ το 1879 έγιναν απεργίες για το οκτάωρο.
Ακολούθησε η απεργία στην Αθήνα και τον Πειραιά το 1882.
Την επόμενη χρονιά έγινε η απεργία των μεταλλωρύχων στο Λαύριο.
Βιώνεται σαν οριστική νίκη της φύσης, στον αγώνα της για νέα καρποφορία.
Την ημέρα αυτή συνηθίζεται να πλέκουν στεφάνια, με λουλούδια, στάχυα και ένα σκόρδο ή ένα αγκάθι για τον βάσκανο οφθαλμό, τους ΜΑΗΔΕΣ, για την ευφορία της γης.
Τα κρεμούν πάνω από τις εξώπορτες ή στους εξώστες των σπιτιών μέχρι τις 24 Ιουνίου, το θερινό ηλιοστάσιο, οπότε κατά το έθιμο, τουλάχιστο παλαιότερα, τα έκαιγαν στις φωτιές του Αϊ-Γιάννη.


ΠΗΓΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου