Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Μαινάδες, Μιμαλλόνες Θυιάδες και Κλώδωνες



Στην ελληνική μυθολογία οι Μαινάδες ήταν νύμφες που παρουσιάζονται ως συντρόφισσες και συνοδοί του θεού Διονύσου. Η λέξη μαινάς (στον ενικό) εμφανίζεται στον Όμηρο, όπου συσχετίζεται με τη μανία. Και πράγματι, το κυριότερο χαρακτηριστικό των Μαινάδων ήταν η εκστατική μανία, δηλαδή η πέρα από τη λογική υπερκινητική και βίαιη συμπεριφορά. Αναφέρονται κυρίως ως τροφοί του Διονύσου και ταυτίζονται με τις Βάκχες. Την καλύτερη περιγραφή τους τη συναντάμε στην τραγωδία Βάκχες του Ευριπίδη.


 ΣτηΜακεδονία, σύμφωνα με τον «Βίο του Αλεξάνδρου» από τον Πλούταρχο, οι Μαινάδες αποκαλούνταν Μιμαλλώνες και Κλωδώνες. Στην υπόλοιπη Ελλάδα αναφέρονταν και με τα επίθετα Βασσαρίδες, Ποτνιάδες κ.ά., ενώ συγχέονται και με τις Θυιάδες




.Εδώ σε ένα εξαιρετικά κομψό ελεφαντοστέινο ανάγλυφο, ένα αληθινό μικροσκοπικό αριστούργημα στο οποίο αποτυπώνεται με μοναδικό τρόπο όλη η αβρότητα και η εκλέπτυνση της τέχνης των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων, εμφανίζεται χαμογελαστός και χρυσοστεφανωμένος ο Διόνυσος, γενειοφόρος, με τη δάδα στο ένα χέρι, αγκαλιάζοντας τρυφερά τη γοητευτική σύντροφό του από τον ώμο με το άλλο, να προχωρεί στο γλέντι. Ένας νεαρός σάτυρος οδηγεί το θεϊκό ζευγάρι παίζοντας το σουραύλι του, ενώ σάτυροι και μαινάδες στροβιλίζονται εκστατικοί σ’ έναν τόπο ιερό που τον ορίζουν χορηγικοί τρίποδες.Αιγών

Ο Διόνυσος θεός του αμπελιού και της γονιμότητας της γης, της μεταμόρφωσης, της απελευθέρωσης του νου και του συναισθήματος, ήταν γιος του Δία και της Σεμέλης 

Ο Διόνυσος, όποια κι αν ήταν η φύση του, είναι ένας θεός, που δεν εμφανίζετε ασυνόδευτος, σαν καθώς πρέπει θεός που σέβεται τον τίτλο του. Πάντα τον ακολουθεί η θορυβώδης συντροφιά του από τους Σάτυρους και τις Μαινάδες και αυτό επίσης τον ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους θεούς.


Ο ίδιος ο θεός των θεών ο Δίας, ο Άρης, η Αθηνά, ο Ποσειδώνας δεν έχουν τέτοια ακολουθία.

 Αφού ο άνθρωπος φτιάχνει τους θεούς του κατ εικόνα του, είναι χρήσιμο και διασκεδαστικό να εξετάσουμε την φύση και τις λειτουργίες του Διόνυσου και της φασαριόζικης ακολουθίας του.







Κατ αρχάς οι Σάτυροι είναι, τι άλλο θα μπορούσαν να είναι, παρά οι Σάτρες. Αυτοί οι Σάτρες – Σάτυροι έχουν πολλά χαρακτηριστικά με τους περισσότερο μυθολογικούς Κένταυρους. Η μαρτυρία των μακεδονικών νομισμάτων είναι διδακτική. Αλλά εδώ σε αυτό το άρθρο θα επικεντρωθώ στις λιγότερο τερατόμορφες, από την συνοδεία του θεού Διόνυσου, τις Μαινάδες, μα σε επόμενο θα δούμε τους έκλυτους Σάτυρους-Σειληνούς / Κενταύρους.

Είναι πολύ πιο ευχάριστη, η συντροφιά από τις γυναίκες ακόλουθες του Διόνυσου, τις Μαινάδες. Αυτές οι Μαινάδες είναι τόσο αληθινές όσο και οι Σάτυροι. Ουσιαστικά ακόμη περισσότερο, γιατί κανείς ποιητής ή ζωγράφος δεν επιχείρησε ποτέ να τους αποδώσει οπλές, αυτιά και ουρές αλόγου. Όμως, τόσο επίμονη είναι η απέχθεια για κοινότοπα γεγονότα, ώστε συνεχώς μας λένε ότι οι Μαινάδες είναι καθαρά μυθολογικά πλάσματα και ότι τα όργια των Μαινάδων ποτέ δεν εμφανίστηκαν ιστορικά στην Ελλάδα.
   


Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τις Μαινάδες ως το γυ­ναικείο απλώς αντίστοιχο των Σάτυρων. Οι Σάτυροι, αντιπροσωπεύουν πρωτόγονους υπόδουλους λαούς, αλλά οι Μαινάδες δεν αντιπροσωπεύουν απλώς τις γυναίκες της ίδιας φυλής. Το όνομά τους δεν είναι παρα­φθορά κάποιου φυλετικού ονόματος. Αντιπροσωπεύει μια ψυχική και σωματική κατάσταση, είναι σχεδόν ένα λα­τρευτικό επίθετο. Μαινάδα σημαίνει «τρελή γυναίκα»και οι Μαινάδες είναι γυναίκες-λάτρεις του Διόνυσου οποιοσ­δήποτε φυλής, κατειλημμένες, μανιασμένες, ή, όπως θα έ­λεγαν οι αρχαίοι, εμπνευσμένες από το πνεύμα του (έν­θεες).

Μαινάδα είναι μόνο ένα, αν και ίσως το πιο συνηθι­σμένο, από τα πολλά ονόματα που απευθύνονται σε αυτές τις γυναίκες λάτρεις. Στη Μακεδονία μας λέει ο Πλούταρχος τις αποκαλούσαν Μιμαλλόνες και Κλώδωνες, στην Ελλάδα Βάκχες, Βασσαρίδες, Θυιάδες, Ποτνιάδες και τα παρόμοια.


  



Μερικοί από τους τίτλους μετατράπηκαν στα­διακά σε κύρια ονόματα, άλλοι παρέμειναν συνειδητά ε­πιθετικοί προσδιορισμοί. Κατά βάθος όλοι εκφράζουν την ίδια ιδέα, γυναίκες κατειλημμένες από το πνεύμα του Διό­νυσου. Ο Πλούταρχος στη χαριτωμένη πραγματεία του για τη «Δεισιδαιμονία» μας λέει πως όταν ο διθυραμβικός ποι­ητής Τιμόθεος έψελνε έναν ύμνο στην Άρτεμη, αποκαλούσε την κόρη του Δία έτσι:

«Μαινάδα, Θυιάδα, Φοιβάδα, Λυσσάδα.»

Μπορούμε να αποδώσουμε τους τίτλους ως Τρελή, Ορ­μητική, Ένθεη, Λυσσασμένη. 
Ο λυρικός ποιητής Κινεσίας, του οποίου τα άσματα ήταν αναμφίβολα διατυπωμένα σε λιγότερο οργιαστική γλώσσα, σηκώθηκε και είπε: «Εύχο­μαι να είχες μια τέτοια κόρη.» Η ιστορία μας διδάσκει δυο πράγματα. Αρχικά δείχνει ότι οι όροι Μαινάδα και Θυιάδα χρησιμοποιούνταν στην εποχή του Τιμόθεου ως ε­πίθετα, δεν είχαν ακόμη αποκρυσταλλωθεί σε κύρια ονό­ματα, και δεν αφορούσαν μόνο τις λάτρεις του Διόνυσου, αλλά οποιαδήποτε οργιαστική θεότητα.


Επιπλέον, το από­σπασμα καταμαρτυρεί σαφώς ότι οι μορφωμένοι άνθρω­ποι, προς το τέλος του πέμπτου αιώνα π.κ.ε., είχαν αρχίσει να θέτουν υπό συζήτηση τις διαμορφωμένες θεολογικές α­ντιλήψεις. 
Ωστόσο οι λατρευτικές τελετές και τα ακόμη περισσότερο λατρευτικά επίθετα απείχαν πολύ από την ά­ποψη των μορφωμένων. Ευτυχώς μπορούμε να αποδείξου­με ότι, σίγουρα το επίθετο Θυιάδα, και πιθανώς τα επίθε­τα Φοιβάδα και Μαινάδα, αφορούσαν όντως υπαρκτά ι­στορικά γυναικεία πρόσωπα. 
Το επίθετο Λυσσάδα, που σημαίνει «λυσσασμένη», δεν ήταν απίθανο να υπερισχύσει στην ποίηση.
 Ο χορός στις Βάκχες αυτοαποκαλείται «γοργά κυνηγόσκυλα της Λύσσας», αλλά ο τίτλος προφα­νώς δε θα είχε απήχηση στις σεβάσμιες δέσποινες.

Αρχίζουμε με τις Θυιάδες: Στους Δελφούς μαθαίνουμε τα περισσότερα για τη φύση και τη λατρεία τους, στους Δελφούς όπου ψηλά στον Παρνασσό ο Διόνυσος τελούσε τα όργια του. 

  
Αυτό δε μπορεί να το αρνηθεί ούτε ο Αι­σχύλος, αν και υποστηρίζει τον Απόλλωνα. Για τούτο βά­ζει την ιέρεια στην τελετουργική απαγγελία της των το­πικών δυνάμεων σχεδόν απρόθυμα να επιμαρτυρήσει: «Και τις Νύμφες τις τιμώ που κατοικούν εκεί όπου είναι το Κωρύκειο άντρο το βαθύ, που το συχνάζουν τα πουλιά και μένουν οι θεοί. Ο Βρόμιος βασιλεύει εκεί -κι ούτε που το ξεχνώ- αφ’ ότου, θεός αυτός, οδήγησε σε πόλεμο τις Βάκχες κι ύφανε θάνατο -λαγός σαν νάταν- του Πενθέα». Ο Αισχύλος τείνοντας προς το μονοθεϊσμό, αποδε­χόταν πρόθυμα μόνο τις δύο θεότητες που ήταν ουσιαστι­κά μία, δηλαδή το Δία και «Διός προφήτης δ’ έστί Λοξίας πατρός,» τον Πατέρα και το Γιο, αυτούς και το γένος των αρχαίων χθόνιων θεοτήτων των οποίων ήταν οι διάδοχοι.
 Όμως η θρησκευτική παράδοση γνώριζε έναν άλλον μετανάστη, το Διόνυσο και ο Αισχύλος δεν μπορεί να τον αγνοήσει ε­ντελώς. 
  

Στα αετώματα του μεγάλου ναού παριστάνονταν ανάγλυφα, αναφέρει ο Παυσανίας, στο ένα άκρο ο Απόλλωνας, η Άρτεμις, η Λητώ και οι Μούσες, και στο άλ­λο άκρο η «δΰσις τε Ήλιου καί Διόνυσός τε καί αί γυ­ναίκες Θυιάδες.» Το τελετουργικό έτος στους Δελφούς ήταν χωρισμένο μεταξύ του Απόλλωνα και του Διόνυσου.
          
(Καλυκόσχημος κρατήρας, 400 π.Χ., ύψος 49,5 εκ. διάμετρος 52 Αγ. Πετρούπολη, Ερμιτάζ  Στην α' πλευρά του αγγείου εικονίζεται ο Πάρις να κάθεται, φορώντας ανατολίτικο ένδυμα. Αριστερά του στέκεται ο Ερμής, κρατώντας το κηρύκειο και στα δεξιά του η Αθηνά με μια μεγάλη ασπίδα. Πίσω από τον Ερμή κάθεται η Ήρα και πίσω της η Ήβη. Πίσω από την Αθηνά κάθεται η Αφροδίτη με τον Έρωτα στα πόδια της. Πάνω από τον Πάρη εικονίζεται η Έρις να συζητάει με τη Θέτιδα.

Η αναπαράσταση στην εικόνα, από έναν κρατήρα στο Μουσείο Ερμιτάζ στην Αγ. Πετρούπολη είναι σύντο­μη επιτομή της θρησκευτικής ιστορίας των Δελφών, επισημαίνοντας τα τρία της επίπεδα. Σε πρώτο πλάνο είναι ο ομφαλός της Γαίας καλυμμένος με ταινίες: «Πρώτα στην προσευχή μου αυτή πιο πάνω απ’ όλους τους θεούς βάζω τη Γαία, τη μάντισσα την πιο παλιά». Τη Γαία, της οποίας οι διάδοχοι, η Θέμις και η Φοίβη, δεν είναι παρά μορφές δικές της. Ψηλότερα στην εικόνα είναι άλλες θεότητες υπερτιθέμενες αυτής της πρωτόγονης χθόνιας λατρείας. Ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος δίνουν τα χέρια, ενώ γύρω τους είναι μια συντροφιά Μαινάδων και Σάτυρων. Δεν είναι σίγουρο ποιος θεωρείται πρωτοαφιχθείς, αλλά μάλλον είναι ο Διόνυσος, καθώς το ιερό κατοικείται ήδη από τους λάτρεις του. Η αμφίεση του έχει κάτι από την ασιατική λαμπρότητα σε σύγκριση με την ελ­ληνική απλότητα του Απόλλωνα. Ο καθένας φέρει τη χα­ρακτηριστική του ράβδο, ο Απόλλωνας ένα κλαδί δάφνης, ο Διόνυσος ένα θύρσο. 


Στη β' πλευρά εικονίζεται ο Απόλλων και ο Διόνυσος και μπροστά τους ο ομφαλός. Ο Διόνυσος κρατάει θύρσο ενώ ο Απόλλωνας κλαδί δάφνης. Αριστερά του ομφαλού μια Μαινάδα τοποθετεί ένα μαξιλάρι σ' ένα θρόνο, ενώ στα δεξιά ένας Σάτυρος παίζει αυλό. Ανάμεσα στους δυο θεούς βρίσκεται ένας φοίνικας. Πίσω από τον Απόλλωνα μια Μαινάδα παίζει τύμπανο κι ένας Σάτυρος με θύρσο. Πίσω από το Διόνυσο μια άλλο ένα ζευγάρι Μαινάδας και Σάτυρου.)
Στην παράσταση του αγγείου, που χρονολογείται γύρω στην αρχή του τέταρτου αιώνα π.κ.ε., όλα είναι ειρηνικά και αρμονικά και οι θεοί δίνουν τα χέρια. Το δελφικό ιε­ρατείο από παλιά παρουσίαζε δεξιοτεχνία στη συγκάλυψη ανώμαλων μεταβάσεων στην ιστορία της θεολογίας. Ο Α­πόλλωνας έπρεπε να παλέψει με το αρχαίο μαντικό ερπε­τό της Γαίας και να το σκοτώσει πριν καταλάβει το χώρο και είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποια στιγμή υπήρξε διαμά­χη ανάμεσα στους λάτρεις του Απόλλωνα και σε αυτούς του Διόνυσου. Ένα πέπλο λήθης κάλυψε αυτό το πα­ρελθόν που δεν προσφερόταν για διαπαιδαγώγηση ή προπαγάνδα, άλλωστε το ίδιο έγινε αργότερα και με τους χριστιανούς.

Μια θρησκεία που κατακτά τους Δελφούς, ουσιαστικά κατακτά ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. 
Πιθανότατα, τόσο στους Δελφούς όσο και στην Αθήνα, επιτελέστηκε το έργο της αναμόρφωσης, τροποποίησης, προσαρμογής της τραχιάς θρακικής λατρείας, μια διαδικασία αναγκαία για την ευνοϊκή εισαγωγή της νέας λατρείας στην πολιτισμένη Ελ­λάδα. 
Αν λοιπόν μπορούμε να βεβαιώσουμε την ιστορική ύπαρξη των Θυιάδων στους Δελφούς, δε χρειάζεται να αμφιβάλλουμε για την ύπαρξη αυτών, ή των αντίστοιχών τους, στη λατρεία του Διόνυσου σε άλλες περιοχές. 


Ο Παυσανίας, όταν ήταν στον Πανοπέα, προβληματί­στηκε γιατί ο Όμηρος ονόμαζε τον τόπο «καλλίχορον». 
Το άρθρο αυτό αναφέρεται στην αρχαία πόλη. Για άλλες χρήσεις δείτε Πανοπέας (αποσαφήνιση) Ο Πανοπέας είναι αρχαία Φωκική πόλη που βρισκόταν κοντά στα σύνορα των Φωκέων με τους Βοιωτούς. Στην θέση της αρχαίας πόλης βρίσκεται σήμερα το χωριό Άγιος Βλάσιος. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Πανοπέας απείχε 20 στάδια από την Χαιρώνεια και επτά από την Δαυλίδα.  Οι πρώτοι κάτοικοι του Πανοπέα ήταν Φλεγύες. Σύμφωνα με τον μύθο ο ιδρυτής του Πανοπέα ήταν ο ήρωας Πανοπέας, γιος του Φώκου. Κατά την Τρωική εκστρατεία ηγέτης των Φωκέων ήταν ο Βασιλιάς του Πανοπέα. Ο Πανοπέας αναφέρεται από τον Ηρόδοτο καθώς ήταν μία από τις Φωκικές πόλεις που κατέστρεψαν οι Πέρσες κατά την κάθοδό τους προς την Αθήνα[1]. Η πόλη καταστράφηκε για δεύτερη φορά από τον Φίλιππο της Μακεδονίας κατά τον Γ' ιερό πόλεμο. Κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους το 198 π.Χ. ενώ καταστράφηκε για τρίτη φορά κατά την σύγκρουση των Ρωμαίων με τον βασιλιά του Πόντου, Μιθριδάτη.  Ο Παυσανίας που πέρασε από την περιοχή τον 2ο. αιώνα μ.Χ. αναφέρει ότι η πόλη είχε περίμετρο επτά στάδια στην ακμή της, αλλά στην εποχή του υπήρχαν μόνο μερικές καλύβες. Σήμερα διατηρείται ένα τμήμα του τείχους της αρχαίας πόλης, στον βραχώδη λόφο πάνω από το χωριό Άγιος Βλάσιος


Αναφέρει ότι του το εξήγησαν οι γυναίκες που οι Αθη­ναίοι ονομάζουν Θυιάδες. Προσθέτει, προς αποφυγή πα­ρεξήγησης, ότι «αυτές οι Θυιάδες είναι γυναίκες από την Αττική που πηγαίνουν κάθε δεύτερο χρόνο μαζί με τις γυ­ναίκες από τους Δελφούς στον Παρνασσό και εκεί τελούν όργια προς τιμή του Διόνυσου. Καθ’ οδόν σταματούν να χορέψουν στον Πανοπέα, εξ ου και το επίθετο που του αποδίδει ο Όμηρος.» Βέβαια αυτός ο όμιλος ιερών γυναι­κών, αυτές οι Θυιάδες, είχαν και την επώνυμο πρόγονό τους, τη Θυία. Αυτή πιθανόν, είναι μυθολογική. 

Ο Παυσανίας, αναφερόμενος στην προέλευση των Δελφών, λέει πως «Με­ρικοί πιστεύουν ότι υπήρχε ένας αυτόχθων άντρας ονόματι Καστάλιος και τον θέλουν να έχει για θυγατέρα του τη Θυία, η Θυία ήταν η πρώτη ιέρεια του Διόνυσου και τε­λούσε όργια για το θεό και λένε ότι μετά από εκείνη όσες καταλαμβάνονται από μανία προς τιμή του Διόνυσου αποκαλούνται Θυιάδες.» (όσαι τώ Διονὐσω μαίνονται Θυιάδόας καλεϊσθαί φασιν ύπό άνθρώπων.)
  



 Αν «όσες καταλαμ­βάνονται από μανία προς τιμή του Διόνυσου» δεν είναι ουσιαστικά Μαινάδες, τότε τι άλλο μπορεί να είναι; 
Είναι ευτύχημα που ο Παυσανίας είδε και μίλησε για αυτές τις γυναίκες, γιατί διαφορετικά οι δηλώσεις του ότι μαίνο­νται στις ψηλότερες κορυφές του Παρνασσού προς τιμή του Διόνυσου και του Απόλλωνα θα θεωρούνταν απλώς μυθολογικές ιστορίες. 
Ο Πλούταρχος ήταν ιερέας στη πατρίδα του τη Χαιρώνεια και βαθιά εξοικειωμένος με τις τελετουργίες των Δελφών. 
Μία καλή του φίλη, η Κλέα, ήταν «αρχηγός» των Θυιάδων στους Δελφούς. 
Τις αναφέρει πάνω από μια φορά. 
Γράφοντας στο Φαβωρίνο «περί της Πρώτης Αρχής για το Ψύχος» διατείνεται ότι το ψύχος έχει τις δικές του ιδιαίτερες ιδιότητες, πυκνότητα, σταθερότητα, ακαμ­ψία, και δίνει ως παράδειγμα το ψύχος της νύχτας έξω στον Παρνασσό. 
«Έχεις ακούσει ο ίδιος στους Δελφούς πώς οι άνθρωποι, που ανέβηκαν στον Παρνασσό για να βοηθήσουν τις Θυιάδες, έπεσαν σε μια βίαιη χιονοθύελλα και τα παλτά τους πάγωσαν και έγιναν σαν ξύλα, ώστε, όταν τα τέντωσαν, θρυμματίστηκαν και κόπηκαν σε κομ­μάτια.» Τα θρυμματισμένα πανωφόρια μοιάζουν απόκρυ­φα, αλλά οι Θυιάδες που βρίσκονταν έξω στο ψύχος είναι πολύ αληθινές. Δεν αντιμετωπίζεις μια ορεινή χιονοθύελ­λα για να συντρέξεις τα μυθολογικά «πνεύματα της άνοι­ξης» 


[ Τήν ιδίαν εποχή εδείχναν (κατά μαρτυρίαν του χρονικο­γράφου Φιλοχώρου) στό εσωτερικό του ναού τόν τάφον τοΰ Διονύσου παραπλεύρως του χρυσού αγάλματος του Απόλλωνος, με την επιγραφήν: «Ένθάδε κείται ό θανών Διόνυσος, υιός της Σεμέλης».

Joannes Malalas Chronogr., Chronographia
Page 45, line 9

Φιλόχορος τὰ αὐτὰ συνεγράψατο, ἐν ᾗ
ἐκθέσει εἶπε περὶ τοῦ αὐτοῦ Διονύσου, ἔστιν ἰδεῖν τὴν ταφὴν αὐ-
τοῦ ἐν Δελφοῖς παρὰ τὸν Ἀπόλλωνα τὸν χρυσοῦν. βάθρον δέ τι
εἶναι ὑπονοεῖται ἡ σορός, ἐν ᾧ γράφεται, Ἐνθάδε κεῖται θανὼν
Διόνυσος ἐκ Σεμέλης. ὁμοίως δὲ καὶ ὁ σοφώτατος Κεφαλίων τὰ
αὐτὰ ἐν τῷ ἰδίῳ συγγράμματι ἐξέθετο.


Μπορείτε να δείτε και τα αρχικά κείμενα


Εις ώρισμένην έποχήν του έτους, τήν στιγμήν πού οι Θυιάδες «ξυπνούσαν τό παιδί στήν κούνια», τόν Λικνίτην, προσεφέρετο θυσία" ανά εννέα έτη γιορταζαν επισήμως «τήν άνάβασιν», δηλ. τήν ανάσταση ίσως της Σεμέλης και την μετάβασην της στους ουρανούς.


Plutarchus Biogr., Phil., De Iside et Osiride (351c-384c)
Stephanus page 365, section A, line 6

| Αἰγύπτιοί τε γὰρ Ὀσίριδος
πολλαχοῦ θήκας, ὥσπερ εἴρηται (358a 359a), δεικνύου-
σι, καὶ Δελφοὶ τὰ τοῦ Διονύσου λείψανα παρ' αὐτοῖς
παρὰ τὸ χρηστήριον ἀποκεῖσθαι νομίζουσι, καὶ θύουσιν
οἱ ὅσιοι θυσίαν ἀπόρρητον ἐν τῷ ἱερῷ τοῦ Ἀπόλλωνος,
ὅταν αἱ Θυιάδες ἐγείρωσι τὸν Λικνίτην.


Socrates Hist., Fragmenta
Fragment 5, line 22]




Ίσως έμαθε από τη φίλη του την Κλέα ο Πλούταρχος την ευχάριστη ιστορία των Θυιάδων και των γυναικών της Φωκίδας, που καταγράφει στην πραγματεία του «Γυναι­κών Αρεταί». «Όταν οι τύραννοι της Φωκίδας είχαν καταλάβει τους Δελφούς και διεξήγαγαν εναντίον τους το γνωστό ως Ιερό Πόλεμο, οι ακόλουθες του Διόνυσου που ονομάζονταν Θυιάδες αλλόφρονες, περιφέρονταν μακριά από την πε­ριοχή τους και χωρίς να το γνωρίζουν έφθασαν στην Άμ­φισσα. Όντας φοβερά εξουθενωμένες και χωρίς να έχουν βρει ακόμη τα λογικά τους, ξάπλωσαν στην αγορά για να κοιμηθούν εκεί όπου βρέθηκαν. Τότε οι γυναίκες της Άμ­φισσας φοβήθηκαν μήπως, καθώς η πόλη τους ήταν σύμ­μαχος με τους Φωκείς και ο τόπος ήταν γεμάτος στρατιώ­τες των τυράννων, πάθουν κακό οι Θυιάδες. Άφησαν λοι­πόν τα σπίτια τους και έτρεξαν στην αγορά. Σχημάτισαν έναν κύκλο σιωπής γύρω τους και στάθηκαν εκεί χωρίς να τις ενοχλούν καθώς κοιμούνταν. Όταν ξύπνησαν, τις περιποιήθηκαν ιδιαίτερα, τους έφεραν τροφή και τελικά πήραν άδεια από τους συζύγους τους να τις συνοδεύσουν με ασφάλεια στο δρόμο τους ως τα βουνά.» 

Αυτές οι Θυιάδες είναι το ιστορικό αντίστοιχο των Μαινάδων αμέ­τρητων αγγείων και ανάγλυφων, η ίδια μανία, η ίδια πλήρης εξουθένωση και ο καταγής ύπνος. 
Είναι οι ίδιες όπως στις Βάκχες του Ευριπίδη στις πλαγιές του Κιθαιρώνα: «Κοιμοΰνταν όλες με λυμένα απ’ τον κόπο τα κορμιά τους, σε τούφα ελάτου αρμόζοντας τις πλάτες, σε δρυόφυλλα άλλες χάμου το κεφάλι σεμνά-σεμνά ακουμπώντας…»Από το σεβασμό που έδειξαν οι γυναίκες της Άμφισ­σας καταλαβαίνουμε ότι, ενώ οι Θυιάδες ήταν αληθινές γυναίκες, ήταν ταυτόχρονα κάτι παραπάνω από αληθινές.


Αυτό μας οδηγεί σε ένα άλλο λατρευτικό επίθετο που παραθέτει ο Τιμόθεος, «Φοιβάδα». Η Φοιβάδα είναι το γυναικείο αντίστοιχο του Φοίβου, επίθετο που έχουμε την τάση να το συσχετίζουμε αποκλειστικά με τον Απόλλωνα. 





Ο Απόλλωνας, ονομαζόταν Φοίβος λόγω της αγνής και ακτινοβόλου ομορφιάς της νιότης. 
Το επίθετο αφορά περισσότερο την αγνότητα παρά την ακτινοβόλο ομορφιά- και αν αφο­ρά την ομορφιά, τότε είναι η «ομορφιά της ιερότητας». 
Ο Πλούταρχος αναφερόμενος στην επωνυμία του Απόλλωνα κάνει την ακόλουθη ενδιαφέρουσα δήλωση: «Οι παλαιοί, μου φαίνεται, ονομάζουν καθετί που είναι αγνό και καθαγιασμένο φοίβον, όπως ακόμη οι Θεσσαλοί -νομίζω- λένε ότι, όταν οι ιερείς τους ζουν σε απομόνωση κάποιες ορισμένες ημέρες, ζουν φοιβικά.» 
Το νόημα σε αυτό το απόσπασμα, που κυριολεκτικά δεν μπορούμε να το μεταφράσουμε, είναι σαφές. 
Η ρίζα της λέξης Φοίβος σήμαινε «σε κατάσταση τελετουργικής αγνότητας, ιερός κατά μια τελετουργική έννοια» και ως τέτοιος είναι έν­θεος και υπό την προστασία ενός θεού, ενός ταμπού. Ο Απόλλωνας πιθανόν να πήρε την προσωνυμία Φοίβος από το παλιό τάγμα γυναικείων θεοτήτων τις οποίες διαδέχτη­κε. Ήταν τρίτος στη διαδοχή μετά τη Γαία και τη Θέμιδα. «Μια άλλη Τιτανίδα, κόρη της Γης, η Φοίβη, κάθισε (στο μαντικό θρόνο)· και δώρο αυτή γενέθλιο του Φοίβου του το δίνει. Κι από τη Φοίβη πήρε το όνομά του αυτός.» 
Ο Απόλλωνας, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, δεν πήρε το γενέθλιο δώρο του χωρίς ουσιαστικές εκχωρήσεις. Όχι απλώς πήρε το όνομα της αρχαίας Φοίβης, κόρης της Γης, αλλά και αναγκάστηκε να εκφωνεί τις μαντείες του μέσω του στόματος μιας μαινόμενης ιέρειας, μιας Φοιβάδας.

Ο Ηρόδοτος στο απόσπα­σμα που έχουμε ήδη παραθέσει, ορθά παρατηρεί ότι στην απομακρυσμένη χώρα των Βησσών, όπως και στους Δελ­φούς, οι χρησμοί εκστομίζονταν από μια ιέρεια.



Αίαντας ο Λοκρός και η Κασσάνδρα

Η Κασ­σάνδρα ήταν μια ακόμη από εκείνες τις γυναίκες-μάντεις της Γαίας. Προφήτευε στο βωμό-ομφαλό της Θύμβρης, ένα ιερό που πήρε ο Απόλλωνας όπως και τους Δελφούς. 
Η μανία της κατά του Απόλλωνα δεν είναι απλά η πικρία της προδομένης παρθένας. Είναι η οργή της μάντισσας της πα­λιάς τάξης που αμφισβητήθηκε, απογυμνώθηκε από τη νέα. 
Σπάζει τη ράβδο της, σχίζει τις ταινίες της και φω­νάζει. «Καί νϋν ό μάντις μάντιν έκπράξας έμέ.» Η ιέρεια στους Δελφούς, αν και κατ’ ουσία μια Φοιβάδα, ονομαζόταν Πυθία, αλλά το επίσημο όνομα της ιέρειας Κασσάνδρας ήταν, όπως γνωρίζουμε, Φοιβάς «ή Φοιβάς ήν καλοΰσι Κασσάνδραν Φρύγες.» και ο τίτλος, «η τελετουργικά αγνή», δίνει μια πικρή ει­ρωνεία στα λόγια που εκφράζουν τη ντροπή της Εκάβης. 
Η λέξη Φοιβάδες ποτέ, από όσα γνωρίζω, δε χρησιμο­ποιείται για να προσδιορίσει τις Βάκχες, αν και πιστεύω ότι η χρήση της στους Δελφούς οφείλεται στην επίδραση του Διόνυσου, στην οποία επίσης οφείλεται και το επίθετο Ποτνιάδες. Στις Βάκχες όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από τον Κιθαιρώνα, λέει στον Πενθέα. «Είδα τις μαινόμενες βάκχες, που σαν τρελές τα λευκά μέλη γοργά κίνησαν φεύγοντας από δω. Ήρθα, γιατί θέλω να πω σ’ εσένα και στην πόλη, βασιλιά, πως απίστευτα πράματα κάνουν και πιο πολύ από θαυμαστά

Οι «μαινόμενες βάκχες» (βάκχας ποτνιάδας) βρίσκο­νται σε ιερατική κατάσταση ιερής μανίας, από όπου και οι θαυμαστές μαγνητικές δυνάμεις τους
Ο Φώτιος δίνει μια περίεργη απόχρωση στο ρήμα με το οποίο συνδέονται οι «Ποτνιάδες». 
Λέει ότι κανονικά χρησιμοποιείται για να εκφράσει μια κατάσταση όπου μια γυναίκα «έχει πάθει κάποιο κακό και ικετεύει μια θεά» και «αν κάποιος χρη­σιμοποιούσε τη λέξη για άντρα, θα ήταν ανακριβής». Η φράση «κακόν τι πάσχη» μπορεί να σημαίνει μόνο ότι είχε καταληφθεί από τη θεά (ένθεος ή κάτοχος) και μπορεί να είχε κατά νου τις Μαινάδες και τις παρόμοιες λάτρεις. 
Τη μανία μπορεί να την προκαλέσει η Μητέρα των θεών ή ο Διόνυσος, ουσιαστικά κάθε οργιαστική θεότητα. Ίσως υπάρξει η αντίρρηση ότι οι Μαινάδες δεν είναι ίδιες με τις Θυιάδες ή τις Φοιβάδες. 
Η άποψή μου είναι ότι είναι. Η ουσιαστική βάση της αντίληψης είναι οι γυναίκες- λάτρεις του θεού από αυτές δημιουργήθηκαν αργότερα οι μυθικές ακόλουθές του. Αυτή είναι η φυσική τάξη της μυθολογικής γέννησης. 
Ο Διόδωρος, όπως οι περισσότεροι σύγχρονοι μυθολόγοι, αντιστρέφει αυτή τη φυσική συνέχεια και η αντιστροφή αυτή είναι διδακτική. 
Περιγράφοντας τη θριαμβευτική επιστροφή του Διόνυσου από τις Ινδίες λέει: «Και οι Βοιωτοί και οι άλλοι Έλληνες και οι Θράκες σε ανάμνηση τις ινδικής αποστολής καθιέ­ρωσαν τις διετείς θυσίες στο Διόνυσο και πίστευαν ότι σε αυτά τα διαστήματα ο θεός εμφανίζεται (Επιφάνεια-Θεοφάνεια) στους θνητούς. Έτσι σε πολλές ελληνικές πόλεις κάθε δεύτερο χρόνο συναντιούνται βακχικοί όμιλοι γυναικών και συνηθίζεται οι παρθένες να μεταφέρουν θύρσους και να μαίνονται προς δόξα και τιμή του θεού, και οι παντρε­μένες να λατρεύουν το θεό σε οργανωμένους θιάσους και να μαίνονται, και να γιορτάζουν με κάθε τρόπο την παρουσία του Διόνυσου κατ’ απομίμηση των Μαινάδων, οι οποίες λέγεται ότι συνόδευαν το θεό.» Ο Διόδωρος είναι ένα έξοχο παράδειγμα λανθασμένης μυθοπλασίας. Η μυ­θολογία εφευρίσκει ένα λόγο για κάποιο γεγονός, δε βα­σίζει ένα γεγονός σε μια φαντασίωση.

Καθόλου δεν αρνούμαστε ότι οι Μαινάδες έγιναν μυθι­κές.
 Όταν ο Σοφοκλής λέει: «και στο ιερό δάσος του θεού με τους αμέτρητους καρπούς, που ούτε ο ήλιος ούτε ο άνεμος της θύελλας διαπερνά, εκεί ο Διόνυσος περιδιαβαίνει συνέχεια συνεπαρμένος από την ιερή του μανία και πίσω του ακολουθούν οι θεές που τον ανέθρεψαν,» δεν αναφέρεται σε αυτό τον κόσμο και οι νύμφες που τον ανατρέφουν είναι «θεές» αλλά θεές που, όπως πάντα, εί­ναι κατ’ εικόνα του ανθρώπου που τις δημιούργησε. 
Η δυσκολία και η ανακολουθία στις γνώμες όσον αφο­ρά την ύπαρξη των Μαινάδων οφείλονται κυρίως σε πα­ρανόηση λέξεων. 
Για μας Μαινάδα είναι κύριο όνομα, μια καθορισμένη και αποκρυσταλλωμένη προσωπικότητα το ί­διο και η Θυιάδα, αλλά στην αρχή δεν ήταν έτσι. Μαινάδα είναι η Μαινόμενη, Θυιάδα η Έξαλλη ή κάτι παρόμοιο, ούτως ή άλλως είναι επιθετικοί προσδιορισμοί. Μαινόμενη, Έξαλλη, Αγνή είναι απλώς τρόποι περιγραφής μιας ένθεης γυναίκας, και ο θεός είναι ο Διόνυσος. 
Θυιάδα και Φοιβάδα διατηρήθηκαν ως λατρευτικά ονόματα, ενώ η Μαινάδα έτεινε να περάσει στη μυθολογία. Ίσως αυτό ήταν φυσικό. 
Όταν ένας λαός φτάνει σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού, υπάρχει η τάση να μη θεωρείται η τρέλα, ε­κτός από τους ποιητές και τους φιλοσόφους, ως θεϊκή, ό­πως στ’ αληθινά είναι, έτσι τείνουν να αποβάλλουν το ε­πίθετο τρελός και η άχρωμη Θυιάδα γίνεται όλο και πε­ρισσότερο κύριο όνομα. 
Πάντως το Μαινάδα, ως όνομα αληθινής ιέρειας, δεν είχε χαθεί εντελώς. 



Ἀγαθῇ τύχῃ. | ἐπὶ πρυτάνεως Ἀκροδήμου τοῦ Δι|οτείμου ὁ δῆμος ὁ Μαγνήτων ἐπερω|τᾷ τὸν θεὸν περὶ τοῦ σημείου τοῦ || γεγονότος ὅτι πλατάνου κατὰ τὴν | πόλιν κλασθείσης ὑπὸ ἀνέμου εὑ|ρέθη ἐν αὐτῇ ἀφείδρυμα Διονύσου, | τί αὐτῷ σημαίνει ἢ τί ἂν ποιήσας | ἀδεῶς διατελοίη· δι' ὃν θεοπρόποι || ἐπέμφθησαν ἰς Δελφοὺς Ἑρμῶναξ | Ἐπικράτους - Ἀρίσταρχος Διοδώρου. | Θεὸς ἔχρησεν· | Μαιάνδροιο λαχόντες ἐφ' ὕδασιν | ἱερὸν ἄστυ - Μάγνητες κτεάνοις || ἐπαμύντορες ἡμετέροισιν, | ἤλθετε πευσόμενοι στομάτων ἀπ' ἐ|μεῖο, τίς ὑμεῖν - μῦθος, ἐπεὶ Βάκ|χος θάμνῳ ἔνι καίμενος ὤφθη. | ἐξεφάνη δὲ ἔτι κοῦρος, ἐπεὶ πτολί||αιθρα τιθέντες - νηοὺς οὐκ ᾠκίσ|σατ' ἐϋτμήτους Διονύσῳ. - ἀλλὰ | καὶ ὥς, ὦ δῆμε μεγάσθενες, ἵδρυε | νηοὺς - θυρσοχαροῦς· ἱερῆα τίθει | δὲ εὐάρτιον ἁγνόν· - ἐλθέτε δὲ || ἐς Θήβης ἱερὸν πέδον, ὄφρα λάβητε | Μαινάδας, αἳ γενεῆς Εἰνοῦς ἄπο Κα|δμηείης· αἳ δ' ὑμεῖν δώσουσι καὶ | ὄργια καὶ νόμιμα ἐσθλὰ - καὶ θιά|σους Βάκχοιο καθειδρύσουσιν || ἐν ἄστει. - κατὰ τὸν χρησμὸν διὰ | τῶν θεοπρόπων ἐδόθησαν ἐκ Θηβῶν | Μαινάδες τρεῖς - Κοσκὼ - Βαυβὼ | Θετταλή, - καὶ ἡ μὲν Κοσκὼ συνήγαγεν | θίασον τὸν Πλατανιστηνῶν, || ἡ δὲ Βαυβὼ τὸν πρὸ πόλεως, ἡ δὲ | Θετταλὴ τὸν τῶν Καταιβατῶν· | θανοῦσαι δὲ αὗται ἐτάφησαν | ὑπὸ Μαγνήτων, καὶ ἡ μὲν Κοσμὼ | κεῖται ἐν Κοσκωβούνῳ, ἡ δὲ βαυ||βὼ ἐν Ταβάρνει, ἡ δὲ Θετταλὴ | πρὸς τῷ θεάτρῳ. (B) Θεῷ Διονυσῳ | Ἀπολλώνιος Μοκόλλης | ἀρχαῖος μύστης ἀρχαῖον | χρησμὸν ἐ[πὶ] στήλης ἀνα|γράψας σὺν τῷ βωμῷ [ἀν]έθ[η]||κεν.
Μια επιγραφή της εποχής του Αδριανού, που βρέθηκε στη Μαγνησία και τώρα είναι στο Τσινλί στην Κωνσταντινούπολη, παρέχει μια ενδιαφέρου­σα μαρτυρία.

Αυτή η επιγραφή ιστορεί ένα μικρό θαύμα.
 Ένας πλάτανος καταστράφηκε από καταιγίδα και μέσα του βρέθηκε μια εικόνα του Διόνυσου. Αμέσως έστειλαν μάντεις στους Δελφούς για να ρω­τήσουν τι πρέπει να γίνει. Η απάντηση ήταν αναμενόμενη. 
Οι Μαγνήσιοι είχαν παραλείψει να φτιάξουν «καλοχτισμένους ναούς» στο Διόνυσο και έπρεπε να επανορθώ­σουν. Για να γίνει αυτό σωστά έπρεπε να πάνε στη Θήβα και να πάρουν τρεις Μαινάδες από το γένος της Καδμείας Ινούς. Αυτές θα μάθαιναν στους Μαγνήσιους όργια και καλά έθιμα. 
Πήγαν στη Θήβα και έφεραν πίσω τρεις «Μαινάδες» των οποίων τα ονόματα δίνονται: Κοσκώ, Βαυβώ και Θεττάλη. Αυτές ήρθαν και ίδρυσαν τρεις θιά­σους ή ιερούς ομίλους σε τρία σημεία της πόλης. Βέβαια η επιγραφή είναι ύστερη· οι Βαυβώ και Κοσκώ είναι πιθανόν ορφικές, αλλά το κύριο θέμα είναι σαφές: στην εποχή του Αδριανού τουλάχιστον τρεις υπαρκτές γυναίκες ενός συγκεκριμένου γένους ονομάζονταν «Μαινάδες». Είναι τόσο προκατειλημμένος ο σύγχρονος μελετητής, από μια σειρά α­ντιλήψεων-πεποιθήσεων βασισμένων στην Αθήνα της εποχής του Περι­κλή, από ιδέες περί τάξεως, νόμου, λογικής και ορίων, που έχει την τάση να απορρίπτει ως «μυθολογήματα» ο­τιδήποτε δεν ταιριάζει στη στερεότυπη και εμφυτευμένη αυτή πεποίθηση. 
Οι ά­ντρες και οι αδελφοί των γυναικών στις ιστορικές εποχές, μας λένε, δε θα άφηναν τις γυναίκες τους να μαίνονται στα βουνά, είναι αδιανόητο σε σχέση με την αυστηρή α­νατολίτικη απομόνωση των γυναικών της εποχής του Πε­ρικλή.

 Ότι κάθε γυναίκα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να έχει την ελευθερία που είχε μια Μαινάδα είναι σίγουρα απίθανο, αλλά και μια Μαινάδα δεν ήταν η κάθε γυναίκα, επίσης πολλά μπορούν να ανεχτούν ακόμη και οι άντρες και οι αδελφοί, όταν επιβάλλονται από τη λατρευ­τική θεϊκή παράδοση. 

Οι άντρες, ακόμη και στη Μακεδονία, ό­που τα ήθη ήταν σίγουρα τραχύτερα, δεν αρέσκονταν στην τέλεση των βακχικών οργίων.  Ο Πλούταρχος συμπεραί­νει ότι σε αυτά τα βακχικά όργια οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό η τεταμένη σχέση μεταξύ της μητέρας και του πα­τέρα του Μεγάλου Αλέξανδρου.

Ο Πλούταρχος, ο οποίος έζησε πολλούς αιώνες αργότερα, τη χαρακτήριζε κακότροπη και ζηλιάρα. Επίσης, αναφέρει ότι εμφανιζόταν με εξημερωμένα φίδια.  Αργότερα, λέγεται ότι η ίδια ομολόγησε στο σύζυγό της ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν γιος του, αλλά ότι τον είχε συλλάβει από ένα φίδι που εμφανίστηκε στον ύπνο της, το οποίο, σύμφωνα με το μύθο, ήταν ενσάρκωση του ίδιου του Δία, κι ότι ο ίδιος ο Φίλιππος τη χώρισε και την έστειλε στην Ήπειρο κατηγορώντας τη για μοιχεία.  Ωστόσο, είχε πολλές αρετές, αρκετές από τις οποίες μετέδωσε στο γιο της, τον Αλέξανδρο.

Είχαν δει ένα φίδι να κείτεται στο πλευρό της Ολυμπιάδας και ο Φίλιππος φοβήθηκε ότι ήταν μάγισσα, ή, ακόμη χειρότερα, ότι το φίδι ήταν φορέας κάποιου θεού. 
Μια άλλη εξήγηση, πιθα­νόν η σωστή, για την παρουσία των φιδιών ήταν, όπως μας λέει Πλούταρχος, ότι «όλες οι γυναίκες αυτού του τόπου από παλιά επηρεάζονταν από τις ορφικές τελετές και τα διονυσιακά όργια και ότι ονομάζονταν Κλώδωνες και Μιμαλλόνες, γιατί σε πολλά μιμούνταν τις γυναίκες των Ηδωνών και των Θρακών γύρω από τον Αίμο, από τις ο­ποίες φαίνεται να προέρχεται η ελληνική λέξη θρησκεύειν, μια λέξη που χρησιμοποιείται για υπερβολικές και α­κραίες τελετουργίες.
 Η Ολυμπιάδα λοιπόν είχε περισσό­τερο ζήλο από όλες τις άλλες και τελούσε αυτές τις τελε­τές κατάληψης και έκστασης με πολύ βαρβαρικό τρόπο- εισήγαγε τεράστια εξημερωμένα ερπετά στις βακχικές συγκεντρώσεις, τα οποία ξεπρόβαλλαν από τον κισσό και τα μυστηριακά λίκνα και μπλέκονταν γύρω από τους θύρσους των γυναικών και τις ταινίες τους και κατατρόμαζαν τους άντρες.» 
  

Μια Μαινάδα με θύρσο. Κρατά ένα σκοτωμένο αιλουροειδές και φορά στεφάνι από ένα ζωντανό, ναρκωμένο φίδι.

Πάντως, όσο και αν αντιπαθούσαν οι Μακεδόνες αυτά τα όργια, ήταν σαφώς πολύ φοβισμένοι για να τα στα­ματήσουν. Οι γυναίκες ήταν κατειλημμένες, μαγικές και επικίνδυνες για να τις καθοδηγήσεις. Σκηνές σαν αυτές που περιέγραψε ο Πλούταρχος, που όντως συνέβαιναν στη Μακεδονία, αναπαριστάνονται σε πλήθος αγγεία.

Μαινάδα φέρουσα θύρσο. Θύρσος είναι ένα Σκήπτρο, κατασκευασμένο από ένα ευθύγραμμο κλαδί καρποφόρου -αλλά μη καλλιεργήσιμο από άνθρωπο δέντρου- ή κατά άλλες περιπτώσεις από ένα ευθύγραμμο ξύλο από καλλιεργήσιμο δέντρο ή από απλά ένα ξύλο γενικότερα, το οποίο στη κορυφή του τοποθετείται ένα κουκουνάρι συνήθως από ήμερο πεύκο. Υπάρχουν αρκετές παραλλαγές στην κατασκευή του.  Το κλαδί πλέκεται με φυλλώματα αμπέλου ή κισσού και κόκκινες ή/και λευκές ταινίες. Ανάλογα τη χρονική περίοδο και τα τοπικά ειωθότα, όλες οι παραλλαγές υπάρχουν απεικονισμένες σε τοιχογραφίες, αγγεία, μωσαϊκά ή άλλες πηγές.   Εκτός από Σκήπτρο του ιδίου του Θεού Διονύσου, είναι και ένα λατρευτικό σκήπτρο για όλους τους ακόλουθους του Βάκχου.Τους Σειλινούς, τους Σάτυρους, τους Κενταύρους, αλλά και τους ανθρώπους λατρευτές, με χαρακτηριστικότερη και πιο γνώριμη περίπτωση τις Μαινάδες.  Το μήκος του κυμαίνεται και εξαρτάται από τη χρήση του. Μικρότερο ή μεγαλύτερο η σημασία του δεν αλλάζει. Συνήθως από ένα έως δύο μέτρα το συναντάμε έως τις μέρες μας σε πομπές και Ιεροπραξίες των Ελλήνων αλλά και των Ρωμαίων Εθνικών, ή όποιων ακόμη επιλέγουν την Εθνική μας Παράδοση συμμετέχουν και την ακολουθούν. Στην προ-κλασσική περίοδο, ο Θύρσος είχε πιο ακατέργαστη μορφή, καθώς αντί για κλαδί, οι Οργιαστικές πομπές έφεραν αντί για ευθύγραμμες ράβδους, τα ίδια τα κλαδιά από την άμπελο στολισμένα με ταινίες. Θραύσμα αττικού ερυθρόμορφου αγγείου, περ. 480 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου.


Έχει ενδιαφέρον να σημειώσω πως οι Μαινάδες–Θυιάδες δεν λατρεύουν μονάχα τον Λικνίτη, το νήπιο στο Λίκνο, αλλά και την μητέρα που το γέννησε τη Σεμέλη, κι αυτό επίσης στους Δελφούς. Η σχέση του Διόνυσου με τον πατέρα του τον Δία είναι ουσιαστικά ασήμαντη και τεχνητή. Ο Διόνυσος είναι παιδί της Μητέρας του “παιδί της Σεμέλης”...και προκύπτει το ερώτημα, “Ποιά είναι η Σεμέλη;”

 

Μαινάδα που χορεύει. Ελληνικό αγαλματίδιο του 3ου αιώνα π.Χ. από τον Τάραντα.
Λίγες ακόμη πληροφορίες για την θηλυκή συνοδεία του θεού Διόνυσου Λικνίτη, Οι Μαινάδες διακρίνονται στην τέχνη, από τις άλλες γυναικείες μορφές. 
Στις αρχαίες ελληνικές αγγειογραφίες απεικονίζονται πολλές φορές να χορεύουν με Σειληνούς – Σατύρους, ή την ώρα που προσφέρουν θυσία στον Διόνυσο, ή κατά τη σκηνή της τιμωρίας του Πενθέα και του Ορφέα. 
Στην κλασική και μεταγενέστερη τέχνη, οι Μαινάδες απεικονίζονται επίσης μαζί με τη θεά Αφροδίτη και τον κύκλο της, ή μαζί με την Ειρήνη και τις Μούσες. 
Από τις γλυπτές αναπαραστάσεις των Μαινάδων ξεχωρίζουν δύο αγάλματα Μαινάδων που χορεύουν. 



Το ένα από αυτά, που φυλάσσεται στη Δρέσδη, σχετίζεται με τον γλύπτη Σκόπα,
Skopas, la Menade danzante (copia), 330 a.C. circa
ενώ το άλλο ανάγεται στην Ελληνιστική Εποχή. Οι Μαινάδες φορούσαν στεφάνια από κισσό, σμίλακα και νεβρίδες, ελαφριά φορέματα από δέρμα νεβρού (= ελαφιού). Διέτρεχαν τα βουνά και μπορούσαν να συναναστρέφονται με τα άγρια ζώα, τα οποία έπαιρναν στα χέρια τους και τα θήλαζαν. Λάτρευαν τον θεό με τραγούδια, με «μανικούς» χορούς και με κραυγές. 

Πάνω στον ενθουσιασμό τους μπορούσαν να ξεριζώσουν δέντρα και να σκοτώσουν δυνατά θηρία. 

Τόση ήταν η δύναμή τους, είναι γνωστό πως η ενεργοποίηση – έκσταση δίνει υπεράνθρωπες δυνάμεις. Κυνηγούσαν εξάλλου ζώα και έτρωγαν το κρέας τους ωμό. Ωστόσο, συνδέονται και με ειρηνικά έργα, όπως ο τρύγος και η οινοποιία, όπως αναπαριστώνται σε αγγειογραφίες.




------------------------------------------------------------------------------------Μαιναδισμός

Γνωρίζουμε τη μεγάλη σημασία της διονυσιακής λατρείας στη Μακεδονία, όπου ανακρατούνταν έντονα τα στοιχεία του μαιναδισμού. Ποια όμως είναι η προέλευσή του; 
Είναι μια παράδοση που μεταφέρθηκε από βορρά προς νότο, με τη διέλευση του Διόνυσου από Θράκη και Μακεδονία και την κάθοδό του στη Θήβα;
 Ή, αντίστροφα, ήταν μια παράδοση που μεταφυτεύτηκε εκεί από μυκηναίους έποικους; Δεν αποκλείεται βέβαια να ταυτίστηκε και με επιχώριες πράξεις.

Από κείμενα (Σχόλια εις Λυκόφρων 1237 [E. Sheer], Λυκόφρων Αλεξάνδρα 1236-1239 [E. Sheer]) σχετικά με το θέμα συγκεντρώνουμε τις εξής πληροφορίες:
Στη Βοιωτία υπάρχει όρος που ονομάζεται Λαφύστιον.
Λατρεύεται ο Διόνυσος με το επίθετο Λαφύστιος ή Λαφυστίας.
Στο όρος Κισσός της Μακεδονίας οι Μαινάδες ονομάζονται Λαφύστιες.
Οι Λαφύστιες Μαινάδες κερατοφορούν μιμούμενες τον Διόνυσο πρόκειται μάλλον για κέρατα ταύρου, μια και ο Διόνυσος ενδύεται πολλές φορές τη μορφή του ταύρου.

Οι Μαινάδες της Μακεδονίας παραδίδονται με τα εξής ονόματα: Λαφύστιες, Μιμαλλόνες, Κλώδωνες, Μακέται, Βασσάραι, Λυδαί.

Λαφύστιες < λαφύσσω = μετά ποιού ήχου, αναρροφώ, λάπτω, απλήστως καταπίνω, καταβροχθίζω, σπαράσσω, μεταφορ., επί του πυρός, καταναλίσκω, αφανίζω, κατακαίω…, απλήστως εσθίω, τρώγω λαιμάργως… (Liddel – Scott, Μέγα Λεξικόν, λ. λαφύσσω). Λαφύστιος = λαίμαργος (Σούδα)

Μιμαλλών = «αι βάκχαι και βοηδρόμοι, ήτοι αι μετά βοής και εκπλήξεως, δια το κάτοχοι είναι, προϊούσαι δρόμωι» (Μέγα Ετυμολογικόν Λεξικόν = Λαμπροπούλου (1999, 658).

Κλώδωνες < κλώζω = κρώζω…, εκβάλλω όμοιον ήχον εις σημείον αποδοκιμασίας, συρίττω (Liddel – Scott, Μέγα Λεξικόν, λ. Κλώζω).

Μακέται: «αι Μακέται, αι καλούμενοι Μιμαλλόνες και Βασσάραι και Λυδαί, κατακεχυμέναι τας τρίχας και εστεφανωμέναι τινες μεν όφεσιν, αι δε μίλακι και αμπέλωι και κισσώι· κατείχον δε ταις χερσίν αι μεν εγχειρίδια, αι δε όφεις» (Λαμπροπούλου 1999, 659).

Βασσάραι = χιτών των εν Θράκηι βακχών, πιθανώς πεποιημένος εκ δέρματος αλώπεκος. Βασσαρικός = βακχικός (Liddel – Scott, Μέγα Λεξικόν, λ. βασσάρα. Πρβλ. το δράμα του Αισχύλου Βασσάραι ήΒασσαρίδες, όπου οι γυναικείοι χοροί ταυτίζονται με τις Μαινάδες που σπαράζουν τον Ορφέα).


ἕτερος δὲ περὶ τούτων ἐστὶ λόγος͵ ὡς πᾶσαι μὲν αἱ τῇδε γυναῖκες ἔνοχοι τοῖς Ὀρφικοῖς οὖσαι καὶ τοῖς περὶ τὸν Διόνυσον ὀργιασμοῖς ἐκ τοῦ πάνυ παλαιοῦ͵ Κλώδωνές τε καὶ Μιμαλλόνες ἐπωνυ μίαν ἔχουσαι͵ πολλὰ ταῖς Ἠδωνίσι καὶ ταῖς περὶ τὸν 2.8 Αἷμον Θρῄσσαις ὅμοια δρῶσιν· ἀφ΄ ὧν δοκεῖ καὶ τὸ θρησκεύειν ὄνομα ταῖς κατακόροις γενέσθαι καὶ περιέργοις 2.9 ἱερουργίαις· ἡ δ΄ Ὀλυμπιὰς μᾶλλον ἑτέρων ζηλώσασα τὰς κατοχάς͵ καὶ τοὺς ἐνθουσιασμοὺς ἐξάγουσα βαρβαρικώ τερον͵ ὄφεις μεγάλους χειροήθεις ἐφείλκετο τοῖς θιάσοις͵ οἳ πολλάκις ἐκ τοῦ κιττοῦ καὶ τῶν μυστικῶν λίκνων παραναδυόμενοι καὶ περιελιττόμενοι τοῖς θύρσοις τῶν γυναικῶν καὶ τοῖς στεφάνοις͵ ἐξέπληττον τοὺς ἄνδρας.
(Πλουτ. Αλέξ. 2.7.1-2.9.6)


[Μετάφραση]

Άλλη παράδοση σχετική με αυτά λέει πως όλες οι γυναίκες αυτές της περιοχής που ενέχονται στα ορφικά και στα διονυσιακά όργια από πολύ παλιά και έχουν την επωνυμία Κλώδωνες και Μιμαλλόνες, κάνουν πολλά πράγματα όμοια με τις Ηδωνίδες γυναίκες και τις Θρακιώτισσες που ζουν στην περιοχή του Αίμου· φαίνεται ότι απ’ αυτές και η θρησκευτική λατρεία έγινε συνώνυμο των οργιαστικών και αλλόκοτων τελετουργιών· η Ολυμπιάδα, λοιπόν, δείχνοντας ζήλο μεγαλύτερο από άλλους για την καταληψία και εξωθώντας την έκσταση σε πιο βαρβαρικούς τρόπους, έφερε στους βακχικούς θιάσους μεγάλα φίδια εξημερωμένα, τα οποία πολλές φορές έβγαιναν από τον κισσό και από τα κρυμμένα κάνιστρα, και καθώς τυλίγονταν γύρω από τις ράβδους των γυναικών και τα στεφάνια, τρόμαζαν τους άνδρες. (Μετ. Α. Σαχπεκίδης)

Η ετυμολογία αποκαλύπτει στοιχεία της διονυσιακής λατρείας, γνωστά και από τις πηγές, και που περιλαμβάνουν ως μέσα βακχείας την ενδυμασία και την κόμμωση, τη μουσική και τις άναρθρες κραυγές, την ορειβασία και μια ελευθερία σωματική, το κράτημα φιδιών, την ωμοφαγία. Τα στοιχεία αυτά τα βρίσκουμε συγκεντρωμένα στις Βάκχες του Ευριπίδη.
-----------------------------
ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου