Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ















Το ευρύτατα διαδεδομένο σ' όλο τον ελληνικό χώρο Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς είναι ένα μεσαιωνικό μακροσκελές ομοιοκατάληκτο στιχούργημα λόγιας προέλευσης, αλλά εντυπωσιακά πλατιάς λαϊκής αποδοχής.
 Επηρεασμένο από τις σχετικές περικοπές των Ευαγγελίων και την υμνογραφία της Εκκλησίας αποτελεί έναν ανθρωποκεντρικό αφηγηματικό θρήνο για τη μαρτυρική πορεία του Χριστού προς τον σταυρικό θάνατό Του, ιδωμένη μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα της τραγικής του μάνας. 
Τραγουδισμένο από τις γυναίκες γύρω από τον "τάφο" του Χριστού, κατά το ήθος και το ύφος των οικείων τους κοσμικών μοιρολογιών, εκφράζει τη συμπόνοια, την ταύτισή τους με τη μητρική, ανθρώπινη πλευρά της Παναγιάς. 
Ωστόσο ο τρόπος της τελετουργικής του επιτέλεσης αποκαλύπτει τις προχριστιανικές ρίζες του εθίμου.

Αν και υπάρχουν κατά τόπους διαφορές, σε επί μέρους στοιχεία του τραγουδιού ή στη μελωδική του εκφορά, η δομή και η φόρμα του Μοιρολογιού καθώς και η λειτουργία του παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες από την Κάτω Ιταλία μέχρι τον Πόντο και την Κύπρο. 


Η συνέχεια της αφηγηματικής ροής, όπως προκύπτει μέσα από την αλληλοδιαδοχή των αποσπασμάτων διαφορετικής προέλευσης που αποτολμήσαμε, το κάνει εμφανές.


 Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς 

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι' οι τρισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, των Πάντων Βασιλέα.
Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε,
και στου Πιλάτου τις αυλές εκεί τον τιμωράνε.
Μαντάτα πάνε κι έρχονται στης Παναγιάς την πόρτα,
«Συ Παναγιά τι κάθεσαι; και τον Χριστό σταυρώσαν»
Κι η Παναγιά εφώναξε: «Όσες τον αγαπάτε
όλες ακολουθήστε με στο δρόμο μου και πάμε».
Η Μάρθα, η Μαγδαληνή, του Ιακώβου η μάνα
και του Λαζάρου η αδερφή, οι τέσσερις αντάμα
επήραν τον ανήφορο, στρατί το μονοπάτι,
και το στρατί τις έβγαλε μες των ληστών την πόρτα.
Βρίσκουν τις πόρτες σφαλιστές και τα κλειδιά παρμένα,
και τα μικρά παράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Η Παναγιά η Δέσποινα κάνει την προσευχή της,
κι η πόρτα από το φόβο της άνοιξε μοναχή της.
Κοιτάει δεξιά, κοιτάει ζερβά κανέναν δεν γνωρίζει.
Κοιτάει και δεξιότερα βλέπει τον Άγιο Γιάννη.
«Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαφτιστή του γιου μου
μην είδες το παιδάκι μου και συ το βαφτιστή σου;»
«Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τονε δείξω.
Το βλέπεις κείνο το δενδρί το χλωρομαραμένο;
Δίπλα είν' ο αφέντης ο Χριστός στο ξύλο καρφωμένος.
«Όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο
όπου φορεί στη κεφαλή αγκάθινο στεφάνι».
Η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθει.
Σταμνί νερό της ρίξανε και τρία κανάτια μόσχο,
για να της έρθει ο λογισμός και να συνέρθει ο νους της.
Κανένας δεν της μίλησε να την παρηγορήσει
μόνο ο αφέντης ο Χριστός λέει πάνω από το ξύλο:
«Σύρε μανούλα στο καλό κι απαντοχή να έχεις,
και το Μεγάλο Σάββατο τότε να με παντέχεις,
που θα σημάνουν οι εκκλησιές θα ψέλνουν οι παπάδες.
Τότε και συ μανούλα μου θα'χεις χαρές μεγάλες».







ΦΟΥΡΝΟΙ ΙΚΑΡΙΑΣ
-Ας έρθ' η Μάρθα κι η Μαριά και του Λαζάρου η μάνα
και του Προδρόμου η αδερφή κι οι τέσσερις αντάμα.
Επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και ο στρατίς τους έβγαλε στ' ατσίγγανου την πόρτα.
-Ώρα καλή σ' ατσίγγανε κι ίντα που μαστορεύεις;
-Οβραίοι μου παραγγείλανε καρφιά για να τους φιάξω,
μου παραγγείλαν τέσσερα, μα' γώ τους φτιάχνω πέντε.
-Σύ Φαραέ που τά 'φτιαξες, εσύ θα μου διδάξεις.
-Τα δυο θα μπουν στα χέρια του και τ' άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό θα μπει μες στην καρδιά του.



ΦΟΥΡΝΟΙ ΙΚΑΡΙΑΣ

-Άντε μωρέ ατσίγγανε, στάχτη να μη ποτάξεις
μηδέ διπλό πουκάμισο στη ράχη σου μη βάλεις.
Επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες στου ληστού την πόρτα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστού και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά, κανένα δε γνωρίζει,
τηρά και δεξιότερα, βλέπει τον άι-Γιάννη.


ΠΟΝΤΟΣ

Βλέπεις εκείνον τον γυμνόν, τον παραπονεμένον,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
όπου φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι,
εκείνος είν' ο γιόκας σου και 'με ο διδάσκαλός μου.



ΜΑΡΜΑΡΑΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ


Φωνή εξήλθ' εξ ουρανού
Φωνή εξήλθ' εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα.
Σώνουν κυρά μου οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες
και τον υιόν σου πιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τας αυλάς, εκεί τον τυραννάνε.
Η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθη,
σταμνιά νερό της ρίξανε όσο να 'ρθεί ο νους της
κι απάνω που συνέφερε, τούτον τον λόγο λέγει.



ΡΕΪΖΝΤΕΡΕ ΕΡΥΘΡΑΙΑΣ, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ



Άι-άι μου Γιάννη Πρόδρομε και βαφτιστή του γιου μου,
που εί- που είναι 'με ο γιούκας μου και 'σε ο δάσκαλός σου.
-Δεν έ- έχω στόμα να στα πω, γλώσσα να στα μιλήσω
κι ούτ η- κι ούτ' η καρδιά μου τα βαστά να σου τα μολοήσω.



ΜΠΑΪΝΤΙΡΙ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

Η Παναΐα τ' άκουσε, πέφτει λιγοθυμάει
νερό σταμνιά την περεχούν, τρία γυαλιά του μόσχου,
τέσσερα το ροδόστατμο ώστε να συνεφέρει,
κι απάνω που συνέφερε τούτο το λόγο λέγει.
- Δεν έχ' γκρεμό να γκρεμιστώ για το μονογενή μου
δεν έχ' μαχαίρι να σφαγώ για το μονογενή μου
δεν έχ' σκοινί να κρεμαστώ για το μονογενή μου.
Απολογιέται κι ο Χριστός της μάνας του και λέγει.
- Μάνα μ' αν γκρεμιστείς εσύ, γκρεμιέτ' όλος ο κόσμος,
μάνα μου αν σφαγείς εσύ, σφάζετ' όλος ο κόσμος,
μάνα μ' αν κρεμαστείς εσύ, κρεμιέτ' όλος ο κόσμος.
Πάρτο μάνα μου υπομονή, να πάρ' όλος ο κόσμος.
Άντε μάνα μου στο καλό και διάφορο δεν έχεις,
μόν' το μεγάλο Σάββατο κάτσε να μ' απαντέχεις.



ΜΥΤΙΛΗΝΗ

Πηγαίνει στο σπιτάκι της και στρώνει το τραπέζι
κι έκατσε και περίμενε τον ερχομό του γιου της.
Πέρασε και η αγιά Καλή και την καλησπερίζει.
- Ποιός είδε γιο εις το σταυρό και μάνα στο τραπέζι.
- Άντε και σύ αγιά Καλή, νά 'σαι καταραμένη,
παπάς να μη σε λειτουργά, διάκος να μη σε ψέλνει,
μόνο στην άκρη του γιαλού το κύμα να σε δέρνει.
Το λόγο δεν τελείωσε κι ανοίξαν τα ουράνια,
βλέπει το γιό της κι έρχεται σα φως και σα λαμπάδα.



ΚΥΠΡΟΣ


Άρκοντες αφικράστε μου της Δέσποινας τον θρήνον
πώς κλαίει τον μονογενή εις τον Σταυρόν εκείνον.
Αδέ μαντάτο σκοτεινόν και μέρα λυπημένη
που ήρτε σήμερον σ' εμέ, την πολοπικραμένη.
Πού πιάσαν τον Υιούλην μου κι έμεινα ορφανεμένη
κι ο κόσμος κλαίει ουρανέ κι η γη σκοτεινιασμένη.
Ο ήλιος εσκοτίστηκεν κι όλον το φως εχάθη
και το φεγγάριν τ' ουρανού κατά πολλά επικράνθη.
Όρη αναστενάξετε και πέτρες ραϊστείτε
και ποταμοί στραγγίσετε και δένδρα μαραθείτε.



ΚΥΠΡΟΣ




Άρκοντες αφιγκράστε μου της Δέσποινας τον θρήνον
που κλαίει τον μονογενήν εις τον σταυρόν εκείνον.

Αδέ μαντάτον σκοτεινόν τζιαι μέρα λυπημένη
που ήρτεν σήμερον σε μεν την πολλοπικραμένην.

Αδέ χαράν που δκιάβασα τζι' εγέννησα τον ήλιον
τον φόον που επέρασα στης γέννησης τον σπήλιον
για τον Ηρώδην τον πικρόν μεν χάσει το βασίλειον.

Γρυσόν δεντρόν εβλάστησεν ο εύσπλαχνος υιός μου
τζ' έβκαλεν κλώνους δώδεκα για σιεπασμόν του κόσμου.

Τωρά οι κλώνοι κόπηκαν τα φύλλα μαραθήκαν
τζι' η βρύση εσταμάτησεν, όλα εξερανθήκαν.

Ιούδας τον επρόδωσεν αργύρια τριάντα
τζι' ενόμισεν ο μιαρός πως θα τα έσιει πάντα.

Τζι' ο κωμοδρόμος άνομος απού να δκιακονήσει
μήτε ψουμίν να 'βρει να φα, με ρούχον να φορήσει.

Είπαν του κόψε τέσσερα, τζιαι τζιείνος κόφκει πέντε
νήεν κοπούν τα γρόνια του να μείνουν μέρες πέντε.

Πέντε καρ(φ)κιά εβάλασιν επάνω στον υιόν μου
τζι' εκάμαν Τον τζι' εφύρτηκεν το φως των οφθαλμών μου.

Ω! Πανσεβάσμιε σταυρέ ξύλον ευλογημένον
όπου βαστάζεις τον Θεόν πάνω σου κρεμασμένον.

Σκύψε σταυρέ να δυνηθώ, να τον καταφιλήσω
τον ποιητήν μου και Θεόν να τον ποσιαιρετήσω.

Όρη αναστενάξετε και πέτρες ραγιστείτε
Και ζωντανοί τες λύπες μου κλάψετε και θρηνείτε.

Κλάψετε χήρες κι ορφανά, όλοι την συντροφιά σας
κλάψετε τον διδάσκαλον και την παρηγοριάν σας.

Τζιαι που μασιέριν να σφαώ τζιαι που κρεμόν να δώσω
τζιαι που ποτάμιν σύθθολον να μπω να παραδώσω.

Τζι' η Δέσποινα που το 'βκαλεν προφήτισσα λοάτε
τζιείνης πρέπει η δόξασις τζ' εμέναν τ' ως πολλά 'τε


Το  παρακάτω μακροσκελές μοιρολόι διέσωσαν και μετέφεραν, από τη μακρινή τους Πατρίδα, την Παλαιά Κάτω Παναγιά Μ.Ασίας, οι πρόσφυγες της Νέας Κάτω Παναγιάς.

Τώρα ναγιά Σαρακοστή, τώρα ναγιά ημέρες, που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψέλλουν οι παππάδες και λεν το Κύριε ελέησον και την τιμιωτέρα...
Το μοιρολόι του Χριστού καλώνε και ας το λέμε.
Κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Χριστού τον τάφο εκείναι ένα χρυσό δενδρί, με ασημένια φύλλα και το δενδρί ειν' ο Χριστός το φύλλο του, ο Άγιος Γιάννης και τα παρακλωνάργια του οι δώδεκα Αποστόλοι.
Ο Ιησούς ηθέλησε τη νύχτα να γυρίσει, τους μαθητάς του γύρευε να τωνέ λειτουργήσει και να τους βάλει σε σειρά βάπτισμα να κηρύξει.
Τη νύχτα που εγύριζε Εβραίοι του απαντούσαν, τονέ καλησπερίζανε μα δεν τονέ γνωρίζαν.
Εβραίοι, τι γυρεύετε, Εβραίοι τι ζητάτε τη νύχτα μες στα σκοτεινά με τ' άρματα που πάτε;
Τον Ιησού γυρεύουμε τον απ' Ναζωραίο, σαν τ' άκουσε ο Ιησούς χάθηκε από μπροστά τους, επήγε και έβρισκε εκεί όλους τους μαθητάς του. Τους μαθητάς του επήρε και κει τους εδιαβαίνει στο όρος εις το Ελαιών εκεί τους επηγαίνει.
Σαν απολειτούργησε καθίσανε να φάνε και άρχισε η γλώσσα του η γκυκειά τα ζαχαρένια αχείλη .
Ένας από τους μαθητάς, θε να με προδώσει, θε να με βάλει στο σταυρό και θα με θανατώσει.
Ένας τον ένα εκοίταζε και άλλος τον άλλο βλέπει.
Ποιός είναι αφέντη δάσκαλε, που θα σε παραδώσει, που θα σε βάλει στο σταυρό και θα σε θανατώσει;
Όποιος αγγίζει στο τριγλί και βάψει ο δάκτυλος του εκείνος είναι ο άνομος που θα με παραδώσει. Αγγίζαν όλοι στο τριγλί και έβαψε του Σκαργιώτη.
Εγώ είμαι αφέντη δάσκαλε, που θα σε παραδώσω, που θα σε βάλω στο σταυρό και θα σε θανατώσω.
Ό,τι είναι να κάνεις κάνε το, ό,τι είναι να γίνει ας γίνει και όπου του Χριστού τη συντροφιά ο πειρασμός ας βγαίνει.
Ο Ιούδας ο παράνομος άπιστος και Σκαργιώτης κακό στο νου του έβαλε ο άνομος και κάνει.
Τον Ιησού στους Αρχιερεί πάει και καταβάνει, ζητά τριάντα αργύρια του Αννα και του δίνει τους είπανε να πιάσετε κείνον που θα φιλήσω, το δάσκαλό μου το Χριστό θα τόνε χαιρετήσω.
Ο Ιησούς κατάλαβε πέφτει σε μετάνοια, εις τον πατήρ του το Θεό έκανε λιτανεία.
Θεέ μου δώσμου δύναμη τούτο να το πληρώσω, τους Ορθοδόξους Χριστιανούς ίσως και τους γλιτώσω και ο εύσπλαχνος του ο πατήρ γρήγορα του αποκρίθη.
Οι Ιουδαίοι οι άνομοι που θεν να σε σταυρώσουν μη φοβηθείς εις το εξής και θα σε θανατώσουν. Του Πέτρου μόνο είπανε τρεις θε να με απαρνήσει, πριν να φωνάξει ο κόκορας, θε να με παρατήσει.
Εγώ Κύργιε μου, για σε εις φυλακήν πηγαίνω για σένα κατακόβομαι και θάνατο λαβαίνω.
Ακόμα, τους τα έλεγε και πάνε και του κτυπούνε, ποιός είναι αυτός που κτύπησε την πόρτα του βασάνου.
Εγώ αφέντη δάσκαλε, οπρώτος μαθητής σου και δυο λογάκια ξέχασα νάρθω να στα μιλήσω και σε ποθύμησα πολύ θέλω να σε φιλήσω.
Δεν είναι ότι με αποθύμησες και θες να με φιλήσεις, μόνο προσπάθησες καλά για να με καταβάλεις, στα χέρια των Εβραίων ήθελες να με βάλεις.
Πισθάγκωνα τον έδεσαν στον Αννα και τον πάνε, τότε εμίλησε ο Χριστός με πικραμένα χείλη.
Ένας από τους μαθητάς στης μάνας μου χαμπάρι πέστε της πω με πιάσανε την πίκρα μου να πάρει. Κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Χριστού τον τάφο, εκεί κάθεται η Παναγιά μόνη και μονάχη της την προσευχή της έκανε για το μονογενή της.
Εκεί που προσευχότανε και που παρακαλάει, ακούει βροντές, βλέπει αστραπές και σύγχυσες μεγάλες. Βγαίνει στο παραθύρι της θωρεί τη γειτονιά της, βλέπει τον ουρανό θολό και τ'άστρα βουρκωμένα, το φεγγαράκι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμένο.
Πάλι εξανακοίταξε βλέπει τον Άγιο Γιάννη μου, βλέπει το Γιάννη να 'ρχεται δαρμένο, σκοτωμένο.
Καλώς τόνε το Γιάννη μου το μαθητή του γιου μου και τι χαμπάρια μου 'φερες απ' το Μονογενή μου;
Κρατώ χαμπάρια θλιβερά και λόγια πικραμένα. Το γιο σου τον επιάσανε οι σκύλοι οι Εβραίοι, σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε. Σαν να χωρίζει ανδρόγυνο και πριν να τον κρεμάσουν.
Σαν τ' άκουσε η Παναγιά εβρέθη λιγωμένη. Πολύ νερό την περεχύουν ώστε να συνεφέρει. Και όταν εσυνόφερε αυτό τον λόγο λέει. Ας έρθει η Μάρθα και η Μαρία και του Λαζάρου η μάνα του Ιακώβου η αδελφή να πάνε όλες αντάμα, να πάμε τον έβρουμε πριν μας τόνε σταυρώσουν, πριν να τον βάλουν τα καρφιά και μας τον θανατώσουν.
Επήραν το στρατί οι πέντε αγιές του κόσμου και από τα δάκρυα τόνε οι στρατιώτες ελασπώσαν και τα χρυσά τους τα μαλλιά στα φρίγκανα πιασμένα. Το μονοπάτι τις έβγαλε σε μια κρύα βρυσούλα, ηθέλησε η Παναγιά να πιει λίγο νεράκι, που ήταν το αχειλάκι της να στάξει το φαρμάκι.
Επήραν πάλι το στρατί, στρατί, στρατί το μονοπάτι, το μονοπάτι τις έβγαλε στου ατσίγγανου την πόρτα.
Ώρα καλή σου ατσίγγανε τι είναι αυτά που κάνεις;
Καρφιά μου παραγγείλανε οι φίλοι μου οι Εβραίοι . Εκείνοι μου 'παν τέσσερα, μα εγώ τους φτιάχνω πέντε, τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια, το πέμπτο το φαρμακερό να μπεί μες την καρδιά του, να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθηκά του.
Άντε και συ ατσίγγανε καταραμένος να' σαι, που να καεί τ' αμόνι σου να ανάψει το σφυρί σου, σαν του Σαββάτου τον καπνό να πάει η κεφαλή σου.
Και πήραν το στρατί, στρατί, στρατί το μονοπάτι, το μονοπάτι τις έβγαζε μπρος του βοσκού την πόρτα.
Ώρα καλή καλέ βοσκέ, μην είδες τον Υιό μου;
Τα προβατάκια μου έχασα να πα, να τον γυρεύω...
Βλέπεις εκείνο το βουνό, το ύψος και το μέγα πού' χει τη γερανιά κορυφή, την πράσινη σημαία; εκεί έχουνε το γιόκα σου νύχτα και την ημέρα.
Άντε και συ καλέ βοσκέ, και την ευχή μου να' χεις, που να χιλιάσει η μάνδρα σου και να μελεουνιάσει.
Επήραν πάλι το στρατί, στρατί, στρατί το μονοπάτι, το μονοπάτι τις έβγαλε στου Γολγοθά τον τόπο και από τον κόσμο τον πολύ και τον πολύ αγώνα, εσάστισε η Παναγιά, κανέναν δεν γνωρίσει, πάλι εξανακοίταξε, βλέπει τον Άγιο Γιάννη.
Για πες μου Γιάννη μου, πού έχουνε το γιο μου, πού είναι ο Ιησούς χριστός και σε ο δάσκαλός σου;
Βλέπεις εκείνον τον γυμνό και τον ανεμαλιάρη, όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι; Εκείνος είναι ο γιόκας σου και με ο δάσκαλος.
Σαν τότε η Παναγιά, εβρέθη λιγωμένη, πολυ νερό την περεχύουν να συνοφέρει, και όταν εσυνόφερε τούτο τον λόγο λέει.
Οχού μαχαίρι και σπαθιά, που εμπήκαν στην καρδιά μου και έκαμαν εκατό πληγές μέσα στα σωθικά μου. Εβραίοι λυπηθείτε με, κάντε ελεημοσύνη και κατεβάστε μου τόνε με την ταπεινωσύνη.
Άλλοι την εκλωτσούσανε και άλλοι την εφτούσαν. Εβραίοι αθεόφοβοι νάστε καταραμένοι, να βγάζετε τις γλώσσες σας σαν σκύλοι λυσσασμένοι.
Ο Ιησούς εζήτησε νερό και δεν του δώσαν, ασβέστη ανακατώσανε με ξύδι και του δώσαν. Τότε εδάκρυσε ο Χριστός πικρά και λυπημένα, τον είδε και η Παναγιά τον Ιησού να κλαίει επάνω στο σταυρό και μοιρολόγια λέει.
Γιέ μου τα μάτια τα γλυκά, πώς είναι δακρυσμένα;
Γιέ μου τα χέρια τα χρυσά, πώς τά 'χουν σταυρωμένα;
Γιέ μου και πουν τα κάλλη σου και πουν η ομορφιά σου, πούνε τα μάτια τα γλυκά , πού 'χε η αφεντιά σου;
Πούνε τα μάτια τα γλυκά που έβλεπα εμπρός μου; Τώρα τον υστερέβομαι τον Ιησό Χριστό μου.
Γιέ μου γλυκύτατε μου γιέ, που σ 'έθρεφα με γάλα, πολλά έπαθα για λόγου σου, τούτα είναι τα πιο μεγάλα. Που σ' έχανα και έβρισκα μέσα σε μαθητάδες, τώρα σ' έχασα και έβρισκα μέσα δύο ληστάδε. Εννιά μήνες σε κράταγα Υιέ μου κανακάρη μέσα σ' αυτό το κακορίζικο και ταπεινό κουφάρι.
Για σκύψε τίμιε σταυρέ, το γιο μου να φιλήσω, να πάρω τη χρυσή ποδιά, το αίμα να σκουπίσω. Τότε παράγειρε ο Σταυρός πέφτει στα γόνατά της και σκούπισε τα αίματα με τη χρυσή ποδιά της. Γιέ μου και πως δεν της μιλείς της μάνας της θλιμμένης, της ξένης και της έρημης και της απελπισμένης;
Δεν έχει μαχαίρι να σφαγώ, γκρεμό για να γκρεμίσω, δεν έχω άδικο θάνατο να αδικοθανατήσω.
Τότε εμίλησε ο Χριστός με πεικραμένα αχείλη, μάνα μου σαν σφαγείς εσύ, σφάζεται όλος ο κόσμος, σφάζονται μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες, σφάζονται και οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άνδρες. Να πάρεις την υπομονή για να την έβρει ο κόσμος. Άντε μάνα στο σπίτι μας και διάφορο δεν έχεις, πάρε τον Αη Γιάννη γιο και με μη με παντέχεις.
Ποια άλλη μάνα τόπαθε στον κόσμο σαν μένα, να αφήσει γιο εις το σταυρό να πάρει ξένη γέννα;
Άντε μάνα στο σπίτι μας και στρώσε το τραπέζι και βάλε πικρές ελιές να φάνε οι πικραμένοι, και βάλε και γλυκό κρασί να πιούν οι κουρασμένοι. Και το Μεγάλο Σάββατο, μέρα το μεσημέρι, που λειτουργούν οι εκκλησιές να ψέλλουν οι παπάδες τότε και συ μανούλα μου να' χεις χαρές μεγάλες.
Πάει η Δέσποινα σπίτι της, κλαμένη, σκοτωμένη και βάλε πικρές ελιές να φάνε οι κουρασμένοι, και έβαλε και γλυκό κρασί να πιουν οι λυπημένοι.
Πέρασε η Αγιά Καλή, πρώτη της ξαδέλφη.
Ποιος είδε γιο εις το σταυρό και μάνα στο τραπέζι.
Άντε και συ Αγιά Καλή, άγια να μην λογάσε, ούτε παπάς στην πόρτα σου, ούτε να λειτουργάσε...

Κυκλαδων

Με αργό το βήμα η Παναγιά, με αμέτρητο τον πόνο, 
την νύχτα από τον Γολγοθά κατέβαινε με μόνο, 
τον Ιωάννη πλάι της μες στο σκοτάδι εκείνο και 
οι πέτρες ανατρίχιαζαν στον μυστικό της θρήνο.
Γύρω, τριγύρω σιγαλιά, βουβός είναι ο δρόμος, 
θαρρείς τον κόσμο νέκρωσε κάποιος μεγάλος τρόμος.
Και όσο βαδίζουν σαν σκιές στα άχαρα εκείνα μέρη, 
και μοιρολόγια η Παναγιά τα πιο όμορφα που ξέρει 
τα λέει και ο αντίλαλος από όπου και αν διαβαίνει 
κάθε λουλούδι τρυφερό που βρίσκεται μαραίνει.
Πώς να μην κλάψει που ‘γινε για αυτήν σκοτάδι η μέρα;
Κ’αν είναι Αυτός θεάνθρωπος, εκείνη είναι μητέρα. 
Και να που ακόμη μια φωνή την ερημιά ταράζει. 
Αχ,τι φωνή λυπητερή. 
Ποιος και γιατί στενάζει;

Ποιος σαν Αυτή άλλος πονεί και μοιρολόγια λέγει,
 μη του παιδιού της το χαμό και άλλη μανούλα κλαίει;

Ναι, κάποια μάνα είναι αυτή, 
που μονάχη στην άκρη απαρηγόρητα θρηνεί 
και χύνει μαύρο δάκρυ
Και τούτη σαν τη Μαριάμ, τον γιό της έχει χάσει
 και δεν μπορεί τέτοιο κακό ποτέ να το ξεχάσει. 
Η Μαριάμ τον Ιησού τον είδε σταυρωμένο
 και τούτη είδε τον γιόκα της στο δέντρο κρεμασμένο 
Και κλαίει, μα το κλάμα της δεν συγκινεί κανέναν, 
νιώθει όμως τον πόνο της η Παναγιά η Παρθένα, 
που την ακούει τραβά και πάει να την γνωρίσει 
λόγια αγάπης να της πεί, 
να την παρηγορήσει.
Με ένα γλυκό χαμόγελο συμπόνοια γεμάτο μάνα της κράζει, 
δύστυχη μη σέρνεται εδώ κάτω.

Δεν είσαι μόνη που έχασες το φώς των ματιών σου, 
είμαι κ’εγώ, μην δέρνεσαι ποιος ήταν πες μου ο γιός σου;

Και αυτή δειλά, σαν ένοχος της απαντά:

Αδελφή μου, Ιούδας ονομάζεται το σπλάχνο το παιδί μου. 
Μόνο μια μάνα μόνο αυτή, 
σε όλο τον κόσμο ξέρει ποιο κοφτερό νιώθει βαθιά στα σπλάχνα της μαχαίρι, Στους πέντε δρόμους ρίχτηκα, παιδί μου σαν ζητιάνα, 
Αχ κάλλιο να μην έσωνα Θεέ να γίνω μάνα

Η Παναγιά κατάλαβε, τον γιό της τον γνωρίζει 
μα σαν μητέρα του Χριστού, δεν φεύγει, δεν γογγύζει.

Τον δικό της τον καημό ξεχνά την ώρα εκείνη 
και για τη μάνα τώρα αυτή τα δάκρυά της χύνει

Σκύβει και την ασπάζεται, χαιδεύει τα μαλλιά της, και την κρατάει με στοργή πιστά στην αγκαλιά της

Της λέει λόγια της καρδιάς και την γλυκομερώνει, 
της δίνει θάρρος, δύναμη και απάνω την σηκώνει.

Έλα και μείνε σπίτι μου την νύχτα να περάσεις, ε
κεί και οι δυό τον πόνο μας, τον μητρικό να πούμε, τ
ο δάκρυ μας να σμίξουμε και να προσευχηθούμε. 
Η μια στης άλλης το πλευρό σκυφτές συλλογισμένες, 
οι δυό μανάδες περπατούν αδελφαγκαλιασμένες.
Ο Ιησούς που στον Γολγοθά κρεμάται έδωσε τέτοια εντολή:
Αλλήλους ν’ Αγαπάτε!!
--------------------------------------------
ΠΗΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΤΗΣΗ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου