Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ 480 π.χ.








Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΟΛΟΣ ΣΤΗ ΣΑΛΑΜΙΝΑ

Στα μέσα Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ., ο Ξέρξης ήταν κύριος όλης της Ελλάδας, από τον Ελλήσποντο μέχρι τη Σαλαμίνα. 

Ο θρίαμβός του φαινόταν αναμφισβήτητος. Έστειλε μάλιστα αγγελιαφόρο στην Περσία για να αναγγείλει τα κατορθώματά του στον θείο τουΑρτάβανο, που ανησυχούσε για τη δράση των Περσών στην Ελλάδα. 


Όσο κι αν ο θρίαμβος αυτός φαινόταν οριστικός, δεν ήταν απαλλαγμένος από αδύνατα σημεία και σοβαρούς κινδύνους. Ο Ξέρξης είχε βέβαια εκπορθήσει τα στενά των Θερμοπυλών, όχι όμως με ιδιαίτερη ευκολία και κυρίως δεν είχε αντιμετωπίσει τους χιλιάδες Έλληνες που τον περίμεναν οχυρωμένοι στις ορεινές διαβάσεις των Μεγάρων, αν ήθελε να προχωρήσει προς τον Ισθμό. Και αν στις Θερμοπύλες η κυκλωτική κίνηση των Περσών είχε πετύχει, αυτό δεν ήταν εύκολο να γίνει στον Ισθμό με ακέραιο και αβλαβή τον ελληνικό στόλο στη Σαλαμίνα. Σ’ αυτό συμφωνούσαν όλοι οι Πέρσες ηγεμόνες, εκτός από την Αρτεμισία, τη βασίλισσα της Αλικαρνασσού, που προσπάθησε να αποτρέψει τον Ξέρξη από τη ναυμαχία.

Δεν ήταν λοιπόν καθόλου ανεξήγητο που ο περσικός στόλος, όταν ήρθε η στιγμή της προέλασης προς τον Ισθμό, διάλεξε τη Σαλαμίνα για να ναυμαχήσει, κυρίως, γιατί η καταστροφή του ελληνικού στόλου και η κατάκτηση της Σαλαμίνας θα άνοιγε το δρόμο προς τον Ισθμό. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι οι Πέρσες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους Έλληνες και να τους νικήσουν.
Από την άλλη μεριά, ο Θεμιστοκλής είχε κατανοήσει πολύ τα πλεονεκτήματα που εξασφάλιζε η αμυντική γραμμή της Σαλαμίνας. Το νησί ήταν το μόνο ελεύθερο τμήμα του αθηναϊκού κράτους κι αποτελούσε ιδεώδη βάση του αθηναϊκού στόλου. Επιπλέον, η στενότητα του κόλπου στην ουσία εξίσωνε τις δυνάμεις Ελλήνων και Περσών.

ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

Από τη διήγηση του Ηροδότου βλέπουμε τις δυσκολίες που συνάντησε ο Θεμιστοκλής για να πετύχει το σχέδιό του. Στην πρώτη συνάντηση των Ελλήνων αρχηγών, η γνώμη των περισσοτέρων ήταν ότι έπρεπε να εγκαταλείψουν τη Σαλαμίνα και να ναυμαχήσουν στον Ισθμό. Αν έχαναν τη μάχη της Σαλαμίνας θα αποκλείονταν στο νησί, χωρίς βοήθεια. Αντίθετα στον Ισθμό, θα μπορούσαν να καταφύγουν στους δικούς τους.
Το πρώτο αυτό συνέδριο των Ελλήνων, και ενώ ο Ξέρξης πυρπολούσε την Αττική, δεν φαίνεται να έλαβε απόφαση. Αλλά ο Θεμιστοκλής επανήλθε, όπως γράφει ο Ηρόδοτος, μετά από πρόταση του Αθηναίου Μνησίφιλου. 
Πέτυχε να μεταπείσει τον Ευρυβιάδη, τον ηγέτη των Λακεδαιμονίων, να συγκαλέσει νέα συνεδρίαση. Εκεί, ο Θεμιστοκλής ανέπτυξε τους λόγους που επέβαλλαν τη σύγκρουση στη Σαλαμίνα. 
Η αντίθεση των άλλων αρχηγών υπήρξε οξεία και ιδιαίτερα ο Κορίνθιος Αδείμαντας ζήτησε να μην τεθεί σε ψηφοφορία η πρόταση ενός άντρα χωρίς πατρίδα. Ήρεμος ο Θεμιστοκλής έδωσε την απάντηση: ότι όποιος διαθέτει 200 πλοία έχει και γη και πατρίδα και απείλησε να μεταναστεύσουν οι Αθηναίοι στη Σίρη της Ν. Ιταλίας, αν δεν γινόταν η ναυμαχία στη Σαλαμίνα. 
Πολλές από τις αναφορές του Ηρόδοτου και κυρίως του Πλούταρχου για τον αριθμό των συνεδριάσεων, τις προστριβές με άλλους ναυάρχους, τον πανικό μπροστά στο πλήθος των περσικών πλοίων, φαίνεται να ανήκουν σ’ ένα κύκλο μεταγενέστερων διηγήσεων που σκιαγραφούν την προσωπικότητα του Θεμιστοκλή, αλλά δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια. Ακόμα κι η γνωστή διήγηση κατά την οποία στη βιαιότητα του Ευρυβιάδη ο Θεμιστοκλής αντέταξε τη γνωστή φράση «πάταξον μεν, άκουσον δε», φαίνεται να ανήκει στο χώρο της φαντασίας των μεταγενέστερων ιστορικών.
Εκείνο πάντως που αποτελεί γεγονός είναι ότι ο Θεμιστοκλής, επειδή φοβήθηκε τις αντιδράσεις των Πελοποννησίων, αποφάσισε από μόνος του να επισπεύσει τη σύγκρουση. Έστειλε κρυφά τον δούλο του Σίκιννο, παιδαγωγό των παιδιών του, στο περσικό στρατόπεδο. Αυτός είπε στους Πέρσες στρατηγούς ότι ο κύριός του, αφοσιωμένος στον Μεγάλο Βασιλιά, τον προτρέπει να επιτεθεί κατά των Ελλήνων: «Μπορείς να πιάσεις ολόκληρο τον ελληνικό στόλο, αν επιτεθείς τώρα αμέσως». Σε επιστολή που μετέφερε ο δούλος, ο Θεμιστοκλής γράφει ότι οι Έλληνες είχαν αποφασίσει να αποχωρήσουν από τη Σαλαμίνα, με την κάλυψη του σκοταδιού, την επόμενη νύχτα και ότι ελάχιστα θα αντιστέκονταν λόγω των διχογνωμιών τους και έτσι θα κέρδιζε τη νίκη. ΟΠαπαρρηγόπουλος επισημαίνει ότι «το τέχνασμα ήταν χαρακτηριστικό του άντρα, που επιδίωκε την εκτέλεση των αποφάσεών του με κάθε τρόπο, είτε αγαθό είτε πονηρό. Ο Θεμιστοκλής φέρθηκε εδώ με τρόπο πολύ επικίνδυνο, ώστε από τρίχα κρεμόταν να αναδειχθεί ή σωτήρας ή προδότης της πατρίδας του».
Ο Ξέρξης το θεωρεί μεγάλη ευκαιρία, ενώ άλλωστε είχε εμπειρία από προδότες. ΟΕφιάλτης είχε εμφανιστεί στις Θερμοπύλες, και τώρα ο Θεμιστοκλής. Πεπεισμένος για την αταξία του ελληνικού ναυτικού, ο Ξέρξης αποφάσισε ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να χτυπήσει. Στέλνει τον περσικό στόλο ενάντια στον ελληνικό, στα πολύ περιορισμένα νερά γύρω από τη Σαλαμίνα. Ήταν αυτό ακριβώς για το οποίο ο Θεμιστοκλής ήλπιζε.

ΟΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ
 

 Κι ενώ η συζήτηση συνεχιζόταν, γύρω στα μεσάνυχτα εμφανίζεται στο Θεμιστοκλή ο μεγάλος πολιτικός του αντίπαλος, οΑριστείδης, που είχε γυρίσει από την εξορία, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πατρίδα.

Είπε λοιπόν στο Θεμιστοκλή ότι καθώς ερχόταν από την Αίγινα είχε δει τις κινήσεις των Περσών με τις οποίες στην ουσία είχαν εγκλωβίσει τους Έλληνες στο στενό της Σαλαμίνας. 
Την πληροφορία επιβεβαίωνε λίγο αργότερα ο Παναίτιος, γιος τουΣωσιμένους, πλοίαρχος της τηνιακής τριήρους που αυτομόλησε στους Έλληνες. 

Πράγματι ο περσικός στόλος αθόρυβα εκμεταλλεύτηκε το σκοτάδι (η σελήνη θα έβγαινε στις 2 μετά τα μεσάνυχτα) και μπήκε στο στενό της Σαλαμίνας.

Ταυτόχρονα, επίλεκτο άγημα του περσικού στρατού αποβιβαζόταν στην Ψυττάλεια, σύμφωνα με τη διήγηση του Ηρόδοτου, για να μαζέψει τους Πέρσες ναυαγούς και να εξοντώσει τους Έλληνες. 
Ισχυρή ναυτική δύναμη έπαιρνε θέση κοντά στην Κέα (ακρωτήριο Κέραμος), για να εμποδίσει τη φυγή των Ελλήνων. Ακολούθησε ο κύριος όγκος του περσικού στόλου. Προηγούνταν τα φοινικικά σκάφη και μετά τα πλοία άλλων εθνικοτήτων με αρχηγό των Αχαιμενίδη. 
Την αυγή οι Φοίνικες είχαν φτάσει στην είσοδο του κόλπου της Ελευσίνας, ενώ η οπισθοφυλακή των Κάρων δεν είχε ακόμα μπει στο στενό. 
Σχηματίστηκε λοιπόν η περσική παράταξη σ’ ένα μέτωπο 5-6 χιλιομέτρων, ενώ ο στρατός είχε στρατοπεδεύσει στη ξηρά, μεταξύ της σημερινής Δραπετσώνας και του Περάματος, για να βοηθήσει τον στόλο. Το δεξιό άκρο της περσικής παράταξης σκόπευε να εγκλωβίσει τους Έλληνες στα Αμπελάκια και να εμποδίσει τη φυγή τους προς τα Μέγαρα. 
Σιγά-σιγά, ο στόλος έστρεψε το μέτωπό του προς τα αριστερά και πήρε σχηματισμό μάχης.
Ταυτόχρονα, περσική μοίρα, σύμφωνα με πληροφορία του Εφόρου που διέσωσε οΔιόδωρος, καταλάμβανε το στενό ανάμεσα στη Σαλαμίνα και τα Μέγαρα. Το ίδιο ακριβώς αναφέρει και ο Αισχύλος στο έργο του «Πέρσες». Έτσι, ο ελληνικός στόλος είχε περικυκλωθεί στο στενό της Σαλαμίνας.
Η είσοδος του περσικού στόλου στο στενό της Σαλαμίνας σήμαινε ότι οι ελιγμοί του είχαν πετύχει. Είχε όμως τελείως χαθεί το στοιχείο του αιφνιδιασμού, επειδή οι Έλληνες είχαν ήδη πληροφορηθεί τις κινήσεις των Περσών από τον Αριστείδη και τον Παναίτιο.
 Ο ελληνικός στόλος εγκαταλείπει το αγκυροβόλιο των Αμπελακίων και αρχίζει να παρατάσσεται σε μέτωπο 3 χιλιομέτρων με στηρίγματά του την Κυνόσουρα και το νησάκι του Αγίου Γεωργίου.
 Έτσι απέφευγε την υπερφαλάγγιση των άκρων του και υποχρέωνε τον εχθρό, λόγω της στενότητας του χώρου, να τον αντιμετωπίσει με ίσο αριθμό πλοίων. Η ώρα λοιπόν της σύγκρουσης έφτασε. 
Ξημέρωνε η 28η ή 29η Σεπτεμβρίου 480 π.Χ.

ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ
   
Η ιστορική έρευνα δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να προσδιορίσει με ακρίβεια τις ναυτικές δυνάμεις των Ελλήνων και των Περσών. 

Ο λόγος είναι οι υπερβολικοί αριθμοί που δίνουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Αναμφισβήτητα η αναμέτρηση και στη ναυμαχία της Σαλαμίνας ήταν άνιση, όπως και σε όλες τις άλλες συγκρούσεις.
Ο Αισχύλος αποτελεί την πιο αρχαία πηγή των πληροφοριών μας, επειδή πήρε μέρος στη ναυμαχία και συνεπώς ήταν αυτόπτης μάρτυρας όλων των γεγονότων. Στην τραγωδία του «Πέρσες» (472 π.Χ.) ανεβάζει τη δύναμη του περσικού στόλου στα 1.207 πλοία, από τα οποία 207 ήταν ταχύπλοα. 
Τον ίδιο αριθμό αναφέρει και ο Ηρόδοτος, αλλά για το σύνολο του περσικού στόλου που συγκεντρώθηκε στο Δορίσκο της Θράκης. 
Επειδή και οι μεταγενέστεροι συγγραφείς δίνουν τον ίδιο σχεδόν αριθμό πλοίων, υποθέτουμε ή ότι όλοι πήραν από την ίδια πηγή ή ότι η βασική πηγή ήταν ο Αισχύλος.
Ο Ηρόδοτος στη δύναμη των 1.207 πλοίων προσθέτει και άλλα 3.000 φορτηγά, τα οποία προσδιορίζει ως τριακοντόρους (με 30 κουπιά), πεντηκοντόρους (με 50 κουπιά), κερκούρους (ελαφρά πλοιάρια) και πλοία ιππαγωγά (μετέφεραν άλογα).
Τον κύριο όγκο του περσικού στόλου κάλυπταν τα περσικά, τα φοινικικά και τα συριακά πλοία. 
Αλλά και άλλοι λαοί είχαν υποχρεωθεί να στείλουν μεγάλο αριθμό πλοίων με τα πληρώματά τους.
 Οι Κύπριοι, οι κάτοικοι της Κιλικίας, της Λυκίας, του Ελλησπόντου, της Παμφυλίας, οι Αιγύπτιοι, οι Κάρες, οι Δωριείς και οι Ίωνες της Ασίας δημιουργούσαν ένα τεράστιο μωσαϊκό της περσικής ναυτικής δύναμης. 
Ο Ηρόδοτος αναφέρει λεπτομερώς τόσο τον αριθμό των πλοίων, που έστειλε κάθε λαός, όσο και τα πληρώματα και τον οπλισμό τους.
Όμως, ο τεράστιος όγκος του στόλου κι ο μεγάλος αριθμός των πληρωμάτων τους χαρακτηρίζονται από τη σύγχρονη ιστορική έρευνα ως υπερβολικά εξογκωμένοι. Ένας υπολογισμός των ναυτών μαζί με τους κωπηλάτες, τους ανεβάζει στον απίθανο αριθμό των 541.610 αντρών. 
Άλλοι τόσοι άντρες μη μάχιμοι υπηρετούσαν ως βοηθητικοί στο στόλο. Συνεπώς, το σύνολο των αντρών που υπηρετούσαν στον περσικό στόλο έπρεπε να ξεπερνάει το 1.000.000, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ηρόδοτου.
Αυτές ήταν άραγε οι ναυτικές δυνάμεις του Ξέρξη, που πήραν μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας; 
Η απάντηση είναι αβέβαιη. Οι αριθμοί που αναφέρει ο Ηρόδοτος αφορούν το στόλο που ήταν αγκυροβολημένος στο Δορίσκο, ο οποίος όμως είχε απώλειες, αφού βυθίστηκαν 647 πλοία (ή κατά άλλους 670), άλλα από θύελλες κι άλλα στη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο.
 Αν και ο Ηρόδοτος υποστηρίζει ότι οι απώλειες αυτές αναπληρώθηκαν με νέα πλοία, όσα πλοία αναφέρει ρητά δεν υπερβαίνουν τα 125. Όποια και να είναι η αλήθεια, μια τέτοια δύναμη θα είχε να αντιμετωπίσει, εκτός από τα άλλα, και τεράστιο πρόβλημα επισιτισμού.
Αυτό είναι ένα γενικότερο θέμα που αφορά την αξιοπιστία του Ηρόδοτου. Από παλιά ο Παπαρρηγόπουλος, αλλά και σύγχρονοι ιστορικοί αναρωτιούνται: Πώς θα μπορούσε μια τέτοια ναυτική δύναμη και χερσαία δύναμη, που θα ξεπερνούσε συνολικά τους 5.000.000 άντρες, να λύσει το επισιτιστικό της πρόβλημα; Γι’ αυτό, όπως έχει εκτιμηθεί ότι ο περσικός στρατός ήταν λίγο παραπάνω από τους 300.000 άντρες, έτσι και οι εκτιμήσεις για το στόλο είναι ανάλογες. Ο Beloch υπολογίζει τον περσικό στόλο στα 500-600 πλοία, ενώ ο Bury στα 800.
Γνωρίζουμε από περιγραφές, ότι τα βασικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούσαν τις περσικές και τις φοινικικές τριήρεις από τις ελληνικές, ήταν ότι οι πρώτες είχαν ψηλές πρύμνες και καταστρώματα και επιπλέον οι περσικές είχαν καλυμμένο το κατάστρωμα για λόγους ασφάλειας των αντρών.
 Όμως αυτά τα γνωρίσματα ήταν και τα βασικά τους μειονεκτήματα, γιατί το μεγάλο ύψος συντελούσε στον εύκολο κλυδωνισμό τους από τον άνεμο και τα κύματα, ενώ τα υλικά για την κάλυψη του καταστρώματος αύξαναν το βάρος και μείωναν την ταχύτητα και την ευελιξία τους.
Οι κυβερνήτες του περσικού στόλου ήταν Πέρσες αξιωματικοί, που προέρχονταν κυρίως από την τάξη των ιππέων. 
Ο Ηρόδοτος αναφέρει μόνον τα ονόματα των γενικών αρχηγών, που ενεργούσαν ύστερα από διαταγή του Ξέρξη. Τα πληρώματα του στόλου εξάλλου δεν διακρίνονταν ούτε για την αγωνιστική τους διάθεση ούτε και για την πειθαρχία. 
Γι’ αυτό και οι γενικοί αρχηγοί-διοικητές, ο Αριαβίγνης και Αχαιμένης, γιοι του Δαρείου, ο Πρηξάσπης, γιος του Ασπαθίνη και ο Μεγάβαζος, γιος του Μεγαβάτη, είχαν ενισχύσει τα πληρώματα με πεζοναύτες που είχαν διπλή αποστολή: να πολεμούν τον αντίπαλο και να καταστέλλουν ενδεχόμενες ανταρσίες των ναυτών.

ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

 



Στην τεράστια ναυτική δύναμη του Ξέρξη, οι Έλληνες αντιπαρέταξαν τις δικές τους ναυτικές δυνάμεις. 
ΟΑισχύλος προσδιορίζει τον αριθμό των ελληνικών πλοίων σε 310 τριήρεις. 
Αν και η συγκέντρωση των ελληνικών δυνάμεων ήταν σημαντική, οι τριήρεις αυτές δεν αποτελούσαν το σύνολο του ελληνικού στόλου. Πιστεύεται ότι αρκετές πόλεις είχαν κρατήσει εφεδρείες για την ενδεχόμενη άμυνά τους. Πάντως ο ενωμένος ελληνικός στόλος που πήρε μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας ήταν μεγαλύτερος από αυτόν που αγωνίστηκε στο Αρτεμίσιο, σύμφωνα με πληροφορίες του Ηρόδοτου. 
Δηλαδή, ενώ στο Αρτεμίσιο υπήρχαν 271 τριήρεις, από τις οποίες οι 127 ήταν αθηναϊκές, στη Σαλαμίνα αγωνίστηκαν 378 τριήρεις, αν και το άθροισμα των πλοίων, που αναφέρει ο Ηρόδοτος ότι έστειλαν οι ελληνικές πόλεις, ανέρχεται σε 366 πολεμικά πλοία και σε 7 πεντηκοντόρους.
Από τις τριήρεις αυτές η Αθήνα συμμετείχε με 180, η Χαλκίδα με 20, η Κόρινθος με 40, η Αίγινα με 30, τα Μέγαρα με 20, η Σπάρτη με 16, η Σικυώνα (στο σημερινό Κιάτο) με 15, η Επίδαυρος με 10, η Αμβρακία με 7, όπως και η Ερέτρια, η Τροιζήνα με 5, η Ερμιόνη με 3, όπως και η Λευκάδα, 
η Κέα (Τζιά) με 2, όπως και τα Στύρα της Εύβοιας, η Κύθνος με 1 τριήρη, ενώ η Νάξος με 4. 
Είναι τα 4 πλοία που εξαναγκάστηκαν να στείλουν οι κάτοικοι της Νάξου για να ενισχύσουν τον περσικό στόλο, και τα οποία αυτομόλησαν στους Έλληνες στη Σαλαμίνα. Θα πρέπει να προστεθούν επίσης άλλες δύο τριήρεις, μια από τη Λήμνο και μία από την Τήνο. 
Έτσι το σύνολο των ελληνικών δυνάμεων, κατά τον Ηρόδοτο, ήταν 380 τριήρεις, 70 περισσότερες από όσες αναφέρει ο Αισχύλος. Ίσως όμως ο Αισχύλος να βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια.
Το πλήρωμα κάθε τριήρους του ελληνικού στόλου, αλλά και του περσικού, απαρτιζόταν από 200 άτομα. 
Ειδικά για τα πληρώματα των ελληνικών πλοίων γνωρίζουμε και τις επί μέρους ευθύνες ή αποστολές τους. 
Έτσι, ο τριήραρχος είχε την ευθύνη της διοίκησης και της συντήρησης του πλοίου, ο κυβερνήτης ήταν υπεύθυνος για τη σωστή πορεία του πλοίου, ο πρωράτης ήταν ο αξιωματικός που βρισκόταν στην πλώρη, ο κελευστής ήταν ο αρχηγός των κωπηλατών και φώναζε τα παραγγέλματα, ο αυλητής ή τριήραυλος είχε αποστολή να κρατάει με τον αυλό το ρυθμό της κωπηλασίας. Οι 170 κωπηλάτες είχαν κατανεμηθεί σε τρεις σειρές, η μια πάνω από την άλλη, και κωπηλατούσαν διαδοχικά, χωρισμένοι σε ομάδες, για να αποφεύγεται η κούραση και να εξασφαλίζεται η συνεχής κίνηση. 
Τέλος, οι υπόλοιποι άντρες είχαν διάφορες εργασίες πάνω στο πλοίο, ενώ 14 από αυτούς ήταν οπλίτες πολεμιστές (πεζοναύτες).
Οι ελληνικές τριήρεις ήταν χαμηλές, με ρηχή καρίνα, γρήγορες και ευέλικτες, ενώ πλεονεκτούσαν και στη χρήση του εμβόλου, με το οποίο δημιουργούσαν ρήγματα στα πλευρά των εχθρικών πλοίων. Τα πλεονεκτήματα του ελληνικού στόλου απέναντι στην περσική δύναμη τα εκμεταλλεύτηκε ο Θεμιστοκλής, ο οποίος προσάρμοσε την τακτική του στις συνθήκες του χώρου, στις καιρικές συνθήκες κατά το χρόνο της ναυμαχίας και στην τακτική των αντιπάλων του.

Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ

 



Οι δυνάμεις των δύο αντίπαλων στόλων παρατάχθηκαν στη Σαλαμίνα, η μια απέναντι στην άλλη, με την εξής διάταξη: ταπερσικά πλοία σχημάτιζαν τρεις σειρές στην είσοδο και την έξοδο του στενού. 

Στο αριστερό άκροείχαν παραταχθεί οι Ίωνες και οι Κάρες. 
Στο κέντρο βρίσκονταν οι δυνάμεις από την Παμφυλία, τη Λυκία, την Κιλικία και την Κύπρο. Στα δεξιά, προς τον Πειραιά, είχε παραταχθεί η φοινικική μοίρα (από τις πιο αξιόμαχες δυνάμεις του περσικού στόλου) με τους Αιγύπτιους.
Απέναντί τους παρατάχθηκαν οι Έλληνες. Στη δεξιά πτέρυγα, απέναντι από τους Ίωνες και τους Κάρες, παρατάχθηκαν τα 16 πλοία των Σπαρτιατών υπό τον Ευρυβιάδη. 
Δίπλα τους, οι 30 τριήρεις των Αιγινητών και στη συνέχεια τα πλοία των Μεγάρων. Στο κέντροείχαν παραταχθεί οι τριήρεις των μικρότερων ελληνικών πόλεων. 
Τέλος, στο αριστερό άκρο (απέναντι από τους Φοίνικες και τους Αιγύπτιους) είχαν πάρει θέση τα 180 αθηναϊκά πλοία υπό τον Θεμιστοκλή. Η κορινθιακή μοίρα κάλυπτε τη βόρεια είσοδο του στενού.
Στην απέναντι ακτή της ξηράς, σε μια πλαγιά του όρους Αιγάλεω, είχε στηθεί ένας αργυρός θρόνος, από τον οποίο ο ίδιος ο Ξέρξης ήταν έτοιμος να παρακολουθήσει την εξέλιξη της ναυμαχίας. Η πιο πιθανή θέση για το παρατηρητήριο του Ξέρξη είναι λόφος του Αγίου Γεωργίου στο Κερατσίνι, ύψους 54 μέτρων. Βρίσκεται στο μυχό του κόλπου και αφήνει αρκετό χώρο μεταξύ παραλίας και υψώματος για να παραταχθεί ισχυρό τμήμα στρατού.

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ

   


Το πρωί της 28ης ή 29ης Σεπτεμβρίου 480 π.Χ. και ενώ ο ήλιος είχε ήδη ανατείλει, οι δυο στόλοι παρέμειναν για ένα χρονικό διάστημα ακίνητοι, περιμένοντας ο ένας την επίθεση του άλλου. Οι Πέρσες, για να βγουν οι Έλληνες στο ευρύτερο σημείο του στενού, ενώ αντίθετα οι Έλληνες, για να παρασύρουν τους Πέρσες στο δικό τους στενό μέρος. Επιπλέον, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, η ελληνική ηγεσία καθυστερούσε την επίθεση ώσπου να αρχίσει, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Θεμιστοκλή, ο ελαφρός άνεμος που πνέει συνήθως κάθε πρωί (γύρω στις 9) στο στενό. Ο άνεμος αυτός θα κλυδώνιζε τα περσικά πλοία με τις ψηλές πρύμνες και τα ψηλά καταστρώματα και θα τα έστρεφε στα πλάγια, ώστε να είναι εκτεθειμένα στα έμβολα των ελληνικών πλοίων. Αντίθετα θα άφηνε ανεπηρέαστα τα μικρότερα ελληνικά σκάφη με τις χαμηλές πρύμνες.

Ξαφνικά πρώτη σήμανε η σάλπιγγα του Ευρυβιάδη και αντήχησε ο παιάνας των Ελλήνων: «Εμπρός, παιδιά των Ελλήνων, ελευθερώστε την πατρίδα, τα παιδιά σας και τις γυναίκες σας, των πατρικών θεών τα ιερά, τους τάφους των προγόνων σας, τώρα πολεμήστε για όλα».



Συγχρόνως όλος ο ελληνικός στόλος, εγκαταλείποντας έγκαιρα το αγκυροβόλι του, κινήθηκε κατά των Περσών, οι οποίοι δεν δίστασαν να ριχτούν κι αυτοί στη μάχη. Αν προχωρούσαν ακόμα προς τα εμπρός, οι δυο στόλοι θα συγκρούονταν στη μέση του στενού, σε χώρο δηλαδή αρκετά ανοιχτό και πιο ευνοϊκό για τους Πέρσες. 
Γι’ αυτό οι Έλληνες ανέκοψαν την πορεία τους προς τα εμπρός κι άρχισαν να κινούνται προς τα πίσω, χωρίς να αναστρέψουν τις πλώρες. 

Η σύμπτυξη αυτή του ελληνικού στόλου έγινε αργά, αλλά με τάξη. Συνεχίστηκε μέχρι τις ακτές της Σαλαμίνας, όπου ο στόλος περίμενε την επίθεση των Περσών σ’ ένα μέτωπο 3 χιλιομέτρων, έχοντας πίσω τους των όρμο των Αμπελακίων και με στηρίγματα τον Άγιο Γεώργιο και την Κυνόσουρα, για να αποφύγει την υπερφαλάγγιση. 
Τότε ακριβώς άρχισε η σύγκρουση και κάτω από τα βλέμματα των Αθηναίων οπλιτών, που ήταν παρατεταγμένοι στον όρμο των Αμπελακίων.

Η περιγραφή της σύγκρουσης οφείλεται κυρίως στον Ηρόδοτο, αλλά και σε μεταγενέστερους ιστορικούς. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αξιοποίησε όχι μόνο τον Ηρόδοτο, αλλά και αποσπάσματα του Κτησίου και του Εφόρου, ενώ ο Πλούταρχοςστους «Βίους» του (Αριστείδης, Θεμιστοκλής) και ο Κορνήλιος Νέπως είναι πηγές μικρότερης σημασίας. Εκείνος όμως που μεταφέρει όχι μόνο πληροφορίες αλλά αυτούσιο το φρόνημα και το πνεύμα της εποχής είναι ο Αισχύλος. Πολέμησε και ο ίδιος και το έργο του «Πέρσες» απέχει ελάχιστα από τα μεγάλα γεγονότα.



 Πρώτος, λοιπόν, άρχισε την επίθεση ο Αθηναίος από την Παλλήνη, αδελφός του Κυναίγειρου και του Αισχύλου. 
Διέταξε την τριήρη του να προχωρήσει προς τα εμπρός. Έπεσε με ορμή πάνω στην επερχόμενη φοινικική τριήρη και έμπηξε το έμβολό της στα ύφαλα του εχθρικού σκάφους. Ταυτόχρονα άρχιζε η επίθεση στο δεξιό άκρο. 
Πρώτη έπεσε πάνω στους εχθρούς της η τριήρης από την Αίγινα που έφερε τους Αιακίδες. Ακολούθησε στον αγώνα ο Δημόκριτος από τη Νάξο, που τον ύμνησε ο Σιμωνίδης: «Ο Δημόκριτος τρίτος στη σειρά μπήκε στη μάχη, όταν στη Σαλαμίνα οι Έλληνες συναγωνίζονταν στο πέλαγος εναντίον των Περσών. 
Κυρίευσε πέντε εχθρικά πλοία, και με προσωπική προσπάθεια έσωσε ένα δωρικό που είχε σχεδόν πέσει στα χέρια των βαρβάρων». Στη συνέχεια η σύγκρουση γενικεύτηκε. 
Ο στενός χώρος δεν επέτρεψε στους Πέρσες να χρησιμοποιήσουν στην πρώτη γραμμή, περισσότερα πλοία από ό,τι τα ελληνικά.
Αυτό συνεπώς που μετρούσε εδώ ήταν η ανδρεία, η επιδεξιότητα των πληρωμάτων και η τακτική των αντιπάλων. 
Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο αγώνας ήταν αμφίρροπος. 
Στην ευψυχία των Ελλήνων, που αγωνίζονταν υπέρ βωμών και εστιών, αντιπαρατάσσεται η γενναιότητα των περσικών πληρωμάτων που μάχονταν καλύτερα από το Αρτεμίσιο και κάτω από τα βλέμματα του Ξέρξη.

Βαθμιαία όμως άρχισε να υπερισχύει ο ηρωισμός, η επιδεξιότητα και η τακτική των Ελλήνων. Η υπεροχή αυτή εκδηλώθηκε αρχικά στο αριστερό άκρο, όπου ο χώρος και ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν πιο ευνοϊκός για τους Αθηναίους.
Ο Θεμιστοκλής με επιθετικό ελιγμό προσπαθούσε να διασπάσει την παράταξη των Φοινίκων, να προσβάλει τις άλλες μοίρες του εχθρικού στόλου από τα πλάγια και τα νώτα και να ανακουφίσει έτσι το δεξιό άκρο, όπου οι Σπαρτιάτες αγωνίζονταν γενναία και οι Αιγινήτες αντιμετώπιζαν ισχυρή πίεση. 

Άλλωστε απέναντί τους είχαν τους Ίωνες που ήταν πολύ επιδέξιοι ναυτικοί.

Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ
    
    
Η υποχώρηση όμως του περσικού στόλου δεν άργησε να έρθει. Σ’ αυτό ασφαλώς συνετέλεσε και η τακτική των αντιπάλων. 
Τα περσικά πλοία, σαφώς μεγαλύτερα από τα ελληνικά, δεν μπορούσαν να κινηθούν εξαιτίας της στενότητας του χώρου. Από τα ψηλά τους επίσης καταστρώματα, από όπου εκτόξευαν βέλη και ακόντια, αδυνατούσαν να ευστοχήσουν λόγω του κλυδωνισμού των σκαφών. 
Αντίθετα, οι Έλληνες, που κάθε σκάφος είχε 4 τοξότες και 14 οπλίτες, είχαν τη δυνατότητα μετά την εμπλοκή των πλοίων να μεταβάλουν τη σύγκρουση σε μάχη εκ του συστάδην. 
Και στο σημείο αυτό η υπεροχή των οπλιτών ήταν αναμφισβήτητη.
Οι Έλληνες πλεονεκτούσαν ακόμα και στη χρήση του εμβόλου. 



Είτε λοιπόν εμβόλιζαν τα εχθρικά σκάφη, που παρασυρόμενα από τα κύματα άφηναν έτσι τα πλευρά τους ακάλυπτα, είτε σπάζοντας τα κουπιά τα ακινητοποιούσαν και τα αχρήστευαν.


  

Μετά από πολλές απώλειες, οι Φοίνικες άρχισαν να υποχωρούν μπροστά στην ορμή των Ελλήνων. 
Η πρώτη γραμμή αποδιοργανώθηκε, συμπαρασύροντας και τις υπόλοιπες. 
Από τα φοινικικά πλοία, άλλα εξόκειλαν στις ακτές της Αττικής και άλλα καταδιώκονταν από τους Αθηναίους. Η ναυμαχία άρχισε να εξελίσσεται σαφώς σε βάρος των Περσών. Η ταραχή και η σύγχυση μεταδόθηκε και στους Κύπριους που είχαν το κέντρο της παράταξης και από εκεί στα αριστερά του περσικού στόλου, που δεχόταν τώρα την επίθεση των αθηναϊκών σκαφών. 
Τα περισσότερα περσικά πλοία συντρίβονταν στο στενό και προς την Κυνόσουρα προσβάλλονταν ταυτόχρονα από τους Αθηναίους και τους Αιγινήτες, που είχαν προχωρήσει στην είσοδο του κόλπου. 
Όσα διασώθηκαν, έφευγαν προς το Φάληρο, όπου άρχισε να κατευθύνεται έντρομος ο κύριος όγκος των Περσών, από περίπου 600 πλοία. Κατά τον Πλούταρχο, η καταδίωξη των Ελλήνων συνεχίστηκε μέχρι το δειλινό. 
Ο Παπαρρηγόπουλος γράφει ότι «είχε πια νυχτώσει, αλλά πανσέληνος λαμπρή φώτιζε τον θρίαμβο των Ελλήνων. Ο θρίαμβος αυτός δεν φάνηκε από την αρχή τόσο οριστικός, όσο το κατόρθωμα στον Μαραθώνα». 
Ο Αριστείδης ολοκλήρωσε τη νίκη των Ελλήνων, με την εξόντωση του περσικού αγήματος της Ψυττάλειας.




Η ΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ

   

Για τους Πέρσες ήταν η πιο τρομερή καταστροφή και μια σπουδαία νίκη για τους Έλληνες, με το πιο μεγάλο ποσοστό απωλειών στην ιστορία των ναυμαχιών. 

Σύμφωνα με πληροφορίες του Πλούταρχου, οι Πέρσες έχασαν 200 πλοία και οι Έλληνες 40. Πιο βαριές ήταν οι απώλειες των Περσών σε έμψυχο δυναμικό. 

Κάπου 60.000 ναύτες και πεζοναύτες που επέβαιναν στα περσικά πλοία φαίνεται ότι πνίγηκαν, γιατί όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος δεν ήξεραν να κολυμπούν, αντίθετα από τα ελληνικά πληρώματα. 

Το νερό είχε γίνει αδιάβατο από συντρίμμια και πτώματα.

Μέσα στη σύγχυση της σύγκρουσης αποκαλύφθηκε η έλλειψη αλληλεγγύης και συνοχής ανάμεσα στις πολυεθνικές δυνάμεις του Ξέρξη. 
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα τηςΑρτεμισίας: η βασίλισσα της Αλικαρνασσού, καθώς καταδιωκόταν από αθηναϊκή τριήρη, εμβόλισε και βύθισε το πλοίο του βασιλιά των Καλυνδίων Δαμασιθύμου. 
Ο Αθηναίος πλοίαρχος υπέθεσε ότι το πλοίο της Αρτεμισίας ήταν φιλικό και σταμάτησε την καταδίωξη. Αντίθετα ο Ξέρξης θεώρησε ότι το πλοίο του Δαμασιθύμου ήταν εχθρικό πλοίο και βλέποντας την ορμή της Αρτεμισίας, γεμάτος θαυμασμό φώναξε: «Οι μεν άντρες έγιναν γυναίκες, και οι γυναίκες άντρες».
Στην σπουδαία νίκη των Ελλήνων, μεγάλη σημασία είχε η ανδρεία, η ομοψυχία και η ναυτική επιδεξιότητα των πληρωμάτων. 
Οι Έλληνες δεν πολέμησαν μόνο για την επιβίωσή τους, αλλά και για το ύψιστο αγαθό της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας. Και στον αγώνα αυτόν είναι γεγονός ότι πρωτοστάτησε ο Θεμιστοκλής. 
Ο ευφυής ηγέτης επέλεξε το χώρο της σύγκρουσης και παρέσυρε τους Πέρσες στο στενό της Σαλαμίνας, όπου εξουδετέρωσε την αριθμητική τους υπεροχή. Εκμεταλλεύτηκε επίσης τη βιασύνη και την υπεροψία του Ξέρξη, που μάλλον υποτίμησε τις ελληνικές δυνάμεις.
Μετά τη ναυμαχία, η κατάρρευση του ηθικού της περσικής ηγεσίας ήταν πλήρης. Εγκατέλειψε ουσιαστικά τον αγώνα, αν και διέθετε υπερδιπλάσιες δυνάμεις από τις ελληνικές. 
Και με αυτή την έννοια, η νίκη στη Σαλαμίνα εξασφάλισε τη γενικότερη νίκη. 

Πέρα όμως από το στρατιωτικό πλεονέκτημα, η νίκη στη Σαλαμίνα, όπως και άλλες επιτυχίες των Ελλήνων, επέτρεψαν στο έθνος να περάσει από την εφηβεία στην ωριμότητα και να δημιουργήσει τον κλασικό πολιτισμό, πάνω στον οποίον είναι θεμελιωμένος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός.

Σήμερα, ο όρμος της Ελευσίνας και το στενό της Σαλαμίνας ελάχιστα θυμίζουν την ιστορική ναυμαχία. Ερήμωση και αδιαφορία πλανιέται, εκεί που άλλοτε αντήχησαν οι παιάνες των Ελλήνων. 
Απέναντι μόνο, στο άλλο άκρο, στην είσοδο του λιμανιού του Πειραιά υψώνεται ο κίονας του ταφικού μνημείου που αποδίδεται στον Θεμιστοκλή, μετά τον θλιβερό θάνατό του.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου