Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Στα υψώματα των Νυμφών και των Μουσών

 
Το σχέδιο ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας που άρχισε να υλοποιείται από τα τέλη του 20ου αιώνα, συνετέλεσε τόσο στην ανάδειξη και περαιτέρω αρχαιολογική αξιοποίηση των κειμένων δυτικά της Ακροπόλεως λόφων, των Μουσών (Φιλοπάππου), των Νυμφών και της Πνύκας, όσο και στην αποκάλυψη πολλών μυστικών τους, που σχετίζονται με τα όσα βρίσκονται κάτω από αυτούς (σπηλαιώματα, στοές, υδραγωγικές κατασκευές), στην επιφάνειά τους (ταφικά μνημεία, οδοί, ιερά, κλίμακες), αλλά και με την ιστορική και λαογραφική τους αξία. 

Κατά καιρούς βέβαια έχουν διατυπωθεί, κυρίως από την πλευρά των κατοίκων της περιοχής, αναφορικά με τον τρόπο εκτέλεσης των εργασιών εκεί, σοβαρές ενστάσεις που πρέπει να εξετασθούν διεξοδικά.







Οι λόφοι αυτοί, γνωστοί σε όλον τον πολιτισμένο κόσμο, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. 
H λαϊκή φαντασία και η παράδοση θέλουν ακόμα τις νεράϊδες, τις «καλοκυράδες» και τα «αερικά» να κατοικούν στις σπηλιές και τα λαγούμια, να περιφέρονται στις πλαγιές και να πειράζουν τους περαστικούς... 
Όποιος περιηγείται εκεί, πέρα από την απόλαυση του περιβάλλοντος που δοκιμάζει, διακρίνει μεταξύ άλλων την «οδόν διά της Κοίλης» (μεταξύ λόφων Νυμφών και Πνύκας με άξονα Α/Δ), που οδηγούσε από την Ακρόπολη στον Πειραιά, τα θεμέλια των πέριξ αυτής καταστημάτων και οικιών, (βλ. φωτο 1, αναπαράσταση υπό Κ. Νίκα & 2), ερείπια




τειχών, βάθρα, κυλίστρες*, λαξευτά φατνεία, τα λεγόμενα «Κιμώνεια Μνήματα» και το φερόμενο ως «Δεσμωτήριον» ή «Φυλακή του Σωκράτους», τη λεγομένη «Σπηλιά του Κουφού», το ιερόν του Υψίστου Διός, το ανακαλυφθέν, παρά την οδό Απ. Παύλου, προ δωδεκαετίας λαυξευτό ιερόν του Πανός με το θαυμάσιο εξωτερικό ψηφιδωτό δάπεδο και τη μοναδική λαξευμένη παράσταση στον βόρειο εσωτερικό τοίχο του, τα χριστιανικά προσκυνήματα του (παλαιού) κυκλοτερούς ναϊσκου της Αγ. Μαρίνας (αλλά και τον αρχαίο λατρευτικό χώρο – φωτο 3 – κάτω από τον νέο Ναό), τον Άγιο Δημήτριο τον Λουμπαρδιάρη, τις επιδαπέδιες ενθέσεις του αειμνήστου Δ. Πικιώνη στην ανατολική πλευρά κ.α.




Όσον αφορά την έρευνα και αξιολόγηση της φύσεως των υπογείων χώρων αυτής της περιοχής, είναι απαραίτητη μία ...«εμβάθυνση», όχι μόνο επί τόπου, αλλά και στην ιστορία της πόλης μας.
 Ένα από τα καίρια ζητήματα των αρχαίων κατοίκων της υπήρξε ως γνωστόν η επάρκεια υδατίνων πόρων. 
Αρχικά, εκτός από τα κατ΄οίκους πηγάδια κατασκευάζονταν και «ομβροδέκτες», αλλά και (κατά τους κλασσικούς χρόνους), ορύγματα που συνέδεαν τα φρέατα στο ύψος του πυθμένα τους. Τέτοια έργα βλέπουμε ακόμη και σήμερα (φωτο 4 & 5) σε όλην την έκταση της περιοχής, κυρίως δε πέριξ του Αστεροσκοπείου και του Ναού της Αγίας Μαρίνας.



Μεταξύ αυτών και του δικτύου που σχηματίζουν, δεν απουσιάζουν και υπόσκαφοι χώροι που χρησμοποιούνταν ως ενδιαιτήματα ή ιερά (φωτο 6).
Πάντως η στοχευμένη κατασκευή υδραγωγείων, αχρηστευμένων ή κατεστραμένων σήμερα, υπήρξε η λύση γιά το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος.
 Γνωστότερο και μεγαλύτερο όλων ήταν ασφαλώς το Αδριάνειο (περί το 130 μ.Χ.).

Από τα αρχαιότερα πάντως υδραγωγεία, της Εννεακρούνου, του Θησείου, του Κεραμεικού, του Γερανίου και του Υμηττού, το τελευταίο είναι αυτό που έχει άμεση αναφορά στον υπό εξέταση χώρο δεδομένου ότι «εμάστευε τας όπισθεν του Νεκροταφείου υπωρείας του βουνού και δι’ αγωγού κατηυθήνετο καθέτως προς τον Ιλισσόν παρά την παλαιάν Πυριτιδαποθήκην.
 Εκεί εχύνετο εις άλλον υδραγωγείον ακολουθούν την κοίτην μέχρι της εκβολής της εις την πεδιάδα παρά την οδό Πειραιώς» (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Του Ηλίου, τόμος 7, σελ. 1294).
Μια στοά στο δυτικό πρανές του λόφου των Νυμφών αποδεικνύει αυτήν την πληροφορία. 
Το τμήμα της τεχνητής αυτής στοάς, που σώζεται σήμερα σε αρίστη κατάσταση, δεν ξεπερνά τα 30 μέτρα. 
Είναι λαξευμένη μέσα στον ασβεστολιθικό βράχο του λόφου και έχει ύψος περί τα 2 ½ μέτρα και συνολικό πλάτος 80 εκ.
 
Στην στοά αυτή (φωτο 7) μπορεί κάποιος να σταθεί άνετα όρθιος, να την διασχίσει, και στο πλαϊνό της τοίχωμα (προς νότον) σε ύψος 1 ½ μέτρων από το έδαφος να δει το άψογα λαξευμένο αυλάκι πλάτους 20 εκ. απ όπου μεταφερόταν το νερό…. 
Στην κατεύθυνση προς ανατολάς, έχει δυστυχώς καταπέσει και σταματάει απότομα. 

Η συνέχεια της προς δυσμάς έχει προφανώς καταστραφεί από την διάνοιξη του περιφερειακού δρόμου του Φιλοπάππου και τη γενικότερη αστικοποίηση.

 
Φαίνεται ότι κατευθυνόταν προς την αρχαιοτάτη σπηλαιώδη υδατοδεξαμενή (τη γνωστή και ως «Χαμοστέρνα» - (φωτο 8 & 9) επί της δυτικής καταλήξεως του αρχαίου δήμου της Κοίλης, στη σημερινή οδό Παναγή Τσαλδάρη (Χαμοστέρνας). 

Ο επίσης λαξευμένος στο βραχώδη λόφο χώρος της πηγής αυτής περιλαμβάνει, έναν προθάλαμο, το φατνείο της κρήνης λίγο ψηλότερα στο βάθος, όπου το νερό ακόμη αναβλύζει, ειδικά σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων, κι έναν βοηθητικό θάλαμο αριστερά από τους άλλους δύο.
 
Επί Τουρκοκρατίας η εκβολή του υδραγωγείου εκεί ονομαζόταν και «Κοντίτο του Βουνού» ή απλώς «Βουνό», κάτι που αποτυπώνει την πεποίθηση ότι τα ύδατα που έφερε προέρχονταν από τον Υμηττό.


 
   Στη ίδια πάντα πλευρά παρά τον περιφερειακό του Φιλοπάππου, αλλά 100 μέτρα νοτιότερα και σε χαμηλότερο ύψος, είναι επίσης ορατό το στενό στόμιο ενός ορύγματος που οδηγεί σε κατακόρυφο βάραθρο (φωτο 10) στον πυθμένα του οποίου τα ίχνη ροής υδάτων, στην ίδια πάντα κατεύθυνση (Δ), είναι κάτι παραπάνω από εμφανή. 
Σημειωτέον ότι η υπόγεια αυτή διαδρομή δεν έχει σχηματισθεί από ανθρώπινη παρέμβαση (φωτο 11).



   Στη βορειοδυτική πλευρά του λόφου των Νυμφών υπάρχουν ακόμη δύο αξιόλογα σημεία. 
Το πρώτο είναι ένα ημιυπέργειο βαθύ φατνείο, λαξευμένο στο βράχο, εμβαδού 30 περίπου τ.μ., το οποίο, κρίνωντας από τις οσμές τουλάχιστον (!) και τα σκόρπια παλαιά πέταλα, χρησιμοποιείται σήμερα ως χώρος σταυλισμού. 
Ωστόσο μία χαμηλή κόγχη στο βάθος του (προς ανατολάς) κι άλλη μιά στο δεξί τοίχωμά του προδίδουν ότι η παλαιότερη χρήση του σχετιζόταν με την παροχή ύδατος. 
Το δεύτερο σημείο, λίγο νοτιότερα από το προηγούμενο, είναι ένας ευρύχωρος υπόγειος θάλαμος, επίσης λαξευμένος στο σχιστόλιθο, του οποίου η μελέτη βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς μόλις τα τελευταία χρόνια καθαρίστηκε από επιχωματώσεις αιώνων, που τον καθιστούσαν σχεδόν αόρατο.

 
Ο θάλαμος αυτός (φωτο 12), με είσοδο από δυτικά, περιλαμβάνει ένα κεντρικό δώμα και επιμέρους τέσσερα 
διαμερίσματα προς τα άλλα σημεία του ορίζοντα. 
Η διαρύθμισή του θυμίζει πολύ το «Σηράγγιο» του Πειραιά .

Σκαλισμένες στην πέτρα παραλληλόγραμμες λείες λεκάνες σε διαφορετικά επίπεδα καθιστούν σαφές ότι πρόκειται για χώρο συγκέντρωσης νερού, ενώ δεν αποκλείεται να χρησιμοποιήθηκε ως λουτρό.
 
 

   Βαδίζοντας περιμετρικά του λόφου και φθάνοντας στο ανατολικό μετώπό του απέναντι από την Ακρόπολη, προσπερνάμε το ιερόν του Πανός και λίγα μέτρα πιό πάνω παρατηρούμε ακόμη ένα σπηλαίωμα στο βραχώδες πέτασμα, κλεισμένο με σιδερένια θύρα.
 Πρόκειται γιά ένα ακόμα αρχαίο σημείο υδροληψίας αποτελούμενο από ένα χαμηλό πηγάδι, στο βάθος (φωτο 13), έναν τετράγωνο προθάλαμο κοσμημένο από μεταγενέστερης κατασκευής (επί Ανδριανού) ψηφιδωτό δάπεδο (φωτο 14) κι ένα ακόμη θάλαμο αριστερά που συνδέεται μέσω ενός κλιμακωτού διαδρόμου με τον κεντρικό.
 
Κατά τη διάρκεια της γεμανικής Κατοχής ο χώρος ήταν σφραγισμένος, καθώς χρησίμευσε ως κρύπτη γιά την φύλαξη αρχαίων αντικειμένων.
 Ως προς την ιστορική του ονομασία υπήρξε έντονη διχογνωμία των αρχαιολόγων κατά το παρελθόν. 
Έχει επικρατήσει πάντως η συμβατική ονομασία «Καλλιρρόη» (προταθείσα εσφαλμένα από τον ανασκαφέα W.Doerpfeld), μολονότι, όπως άλλωστε αναφέρει κι ο Παυσανίας, η πηγή της Καλλιρρόης εντοπίζεται στην κοίτη του Ιλισσού, νοτιοανατολικά του Ολυμπιείου.
 
Λίγο παραπάνω από την εν λόγω κατασκευή στη συνέχεια του βράχου βλέπουμε ακόμα μία χαμηλή στοά (φωτο 15) που κείται στον ίδιο άξονα (Α/Δ) με όλες τις άλλες και ίσως όχι τυχαία, βρίσκεται στην ίδια νοητή ευθεία, αλλά σε ικανότερο ύψος, με την υδραγωγική στοά της δυτικής πλευράς (βλ. φωτο 7)...

Το πολυδαίδαλο υδροδοτικό σύστημα της περιοχής των συνολικά 670 στρεμμάτων, που τελειοποιήθηκε επί Πεισιστράτου και γιά πάνω από 800 χρόνια κάλυπτε τις ανάγκες των εκεί Αθηναίων, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα θαυμαστό μεν αλλά αφανές έργο, δεδομένου ότι γιά την πλειοψηφία των ντόπιων και ξένων επισκεπτών είναι σχετικά άγνωστο, αφού το ένδιαφέρον και την προσοχή των πλείστων προσελκύουν συνήθως τα υπέργεια γνωστά μνημεία.



Μάριος Κ. Μαμανέας





* : «Εις το ΒΑ πέρας του λεγομένου λόφου των Νυμφών εν Αθήναις, εν τω οποίω υπάρχουσι πολλά ίχνη παλαιοτάτων οικήσεων λελαξευμένων εν τω βράχω, παρατηρείται ιδιαιτέρα όλως λείανσις της επιφάνεις της αποτόμως επικλινούς πέτρας, καθιστώσα αυτήν στιλπνοτάτην…Το μέρος τούτο λέγεται Κυλίστρα από της συνήθειας των Αθηναίων γυναικών, καθήμεναι επί της κορυφής να κατολισθαίνωσι μέχρι της βάσεως εκ της συνηθείας δε ταύτης δια της συνεχούς επί μακρούς χρόνους κατολισθαίνουν αι επίτοκοι γυναίκες, νομίζουσαι ότι ούτως ευκολύνουσι τον τοκετόν, παλαιότερον δ΄όμως η συνήθεια είχεν άλλον, συγγενή πάντων, σκοπόν». 
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ, Β΄ 1921(αποσπάσματα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου